Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]👁 Image
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- bikini > (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) γαλλική (όνομα μάρκας γαλλικού μαγιό που παρουσιάστηκε το 1946) < αγγλική Bikini (ατόλη του Ειρηνικού Ωκεανού) < γερμανική Bikini < Pikinni (λέξη της γλώσσας των Νήσων Μάρσαλ)
👁 Image
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bikini(en)
- το μαγιό μπικίνι
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]👁 Image
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- bikini > (όνομα μάρκας γαλλικού μαγιό που παρουσιάστηκε το 1946) < (άμεσο δάνειο) αγγλικήbikini
👁 Image
Προφορά
[επεξεργασία]👁 Image
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bikini | bikinis |
bikini(fr) αρσενικό
- το μπικίνι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]👁 Image
Προφορά
[επεξεργασία]👁 Image
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bikini(pl) ουδέτερο
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=bikini&oldid=5244755"
Κατηγορίες:
- Αντιδάνεια (αγγλικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (πολωνικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πολωνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (πολωνικά)
Κρυμμένη κατηγορία:
