VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/Dutch auction

⇱ Dutch auction - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Dutch auction


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο auction παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Dutch
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
auction n(sale with bids)δημοπρασία ουσ θηλ
(λόγω οφειλής)πλειστηριασμός ουσ αρσ
Marion placed a bid on an antique chair at the auction, but unfortunately she did not win it.
Η Μάριον έκανε προσφορά για μια καρέκλα αντίκα στη δημοπρασία, αλλά δυστυχώς δεν την κέρδισε.
auction [sth] vtr(sell [sth] through bidding)δημοπρατώ ρ μ
βγάζω σε δημοπρασία περίφρ
(λόγω οφειλής)βγάζω σε πλειστηριασμό περίφρ
The autism awareness group auctioned donated items to raise money.
Η ομάδα ευαισθητοποίησης για τον αυτισμό έβγαλε σε δημοπρασία πράγματα που τους είχαν χαριστεί για να συγκεντρώσει χρήματα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
auction n(card game play) (ζαργκόν: χαρτοπαίγνιο)όξιον πιτς ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
Players can get the contract by bidding and winning the auction.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
auction [sth] off,
auction off [sth]
vtr phrasal sep
(sell at an auction)πουλώ σε πλειστηριασμό, πουλώ σε δημοπρασία ρ μ
To settle the bankrupts' debt, they are going to auction off all of his belongings.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at auction adv(in a public bidding sale)πλειστηριασμός ουσ αρσ
δημοπρασία ουσ θηλ
auction block n(auctioneer's platform)πλατφόρμα στην οποία στέκεται ο δημοπράτης ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
The house ended up on the auction block.
buy [sth] at auction v expr(purchase by bidding)αγοράζω σε πλειστηριασμό περίφρ
put [sth] up for auction v expr(offer for sale at auction)βάζω προς πώληση σε δημοπρασία ρ μ
We put our house up for auction, but we didn't get nearly as much as we'd hoped for.
Βάλαμε το σπίτι μας προς πώληση σε δημοπρασία αλλά δεν λάβαμε ούτε κατά διάνοια το ποσό που ελπίζαμε.
sell at auction v expr(offer to highest bidder)πουλάω σε πλειστηριασμό έκφρ
He decided to sell his house at auction to get a higher price for it.
silent auction n(sale involving pre-bidding)σιωπηρή δημοπρασία επίθ + ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Dutch auction στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Dutch auction».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.