VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/Good Conduct Medal

⇱ Good Conduct Medal - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Good Conduct Medal


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο conduct παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Good | Conduct | Medal
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sth] vtr(carry, transmit [sth])άγω, μεταφέρω ρ μ
είμαι αγωγός έκφρ
Wires conduct electricity.
Water conducts sound.
Τα καλώδια μεταφέρουν ηλεκτρισμό.
Το νερό είναι αγωγός του ήχου.
conduct [sth/sb] vtr(musicians: lead) (στη μουσική)διευθύνω ρ μ
He conducted the orchestra.
Διεύθυνε την ορχήστρα.
conduct [sth] vtr(carry out, perform [sth])διενεργώ, διεξάγω ρ μ
εκτελώ ρ μ
The website conducted a survey of car owners.
Η ιστοσελίδα διεξήγαγε δημοσκόπηση για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων.
conduct [sth] vtr(manage, direct)διευθύνω, διαχειρίζομαι ρ μ
He conducted his business efficiently.
Διεύθυνε την επιχείρησή του αποτελεσματικά.
conduct [sth] vtr(meeting: lead) (σε συνεδρίαση κλπ)προεδρεύω ρ μ
διευθύνω ρ μ
(επίσημο, λόγιος)άγω ρ μ
He conducted the meeting since nobody else wanted to.
Προέδρευσε στη συνεδρίαση αφού κανείς άλλος δεν το επιθυμούσε.
conduct n(behaviour)διαγωγή, συμπεριφορά ουσ θηλ
(μεταφορικά)τρόπος ουσ αρσ
Your conduct is not acceptable.
Η διαγωγή σου είναι απαράδεκτη.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sb] vtrformal (bring, guide [sb])οδηγώ, μεταφέρω ρ μ
The officer conducted the prisoner to his cell.
Ο υπάλληλος οδήγησε τον κρατούμενο στο κελί του.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
code of conduct n(official rules)κώδικας δεοντολογίας φρ ως ουσ αρσ
δεοντολογικός κώδικας επίθ + ουσ αρσ
δεοντολογία ουσ θηλ
He was fired from the company for violating the code of conduct.
conduct a campaign v expr(promote [sth], [sb])κάνω μια καμπάνια περίφρ
(μεταφορικά)πραγματοποιώ μια εκστρατεία περίφρ
conduct a study v expr(perform an investigation)διεξάγω μια έρευνα, διενεργώ μια έρευνα περίφρ
διεξάγω μια μελέτη, διενεργώ μια μελέτη περίφρ
(καθομιλουμένη)κάνω μια έρευνα, κάνω μια μελέτη περίφρ
I've been researching for my thesis but I still need to conduct a study to test my hypothoses.
conduct a trial v expr(hold court proceedings)διεξάγω δίκη έκφρ
We should conduct a trial before we hang him.
conduct an experiment v expr(test [sth] scientifically)πραγματοποιώ ένα πείραμα, διεξάγω ένα πείραμα περίφρ
(καθομιλουμένη)κάνω ένα πείραμα περίφρ
conduct an inquiry v expr(hold investigation)διεξάγω ανάκριση έκφρ
The committee will conduct an inquiry into the governor's alleged fraud.
conduct business with [sb] v expr(have commercial dealings with [sb])κάνω δουλειές με κπ περίφρ
συνεργάζομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
conduct yourself vtr + refl(behave)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ
Please conduct yourself with politeness.
conduct yourself vi(behave, act)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ
Please conduct yourself like a gentleman when you're with my daughter.
disorderly conduct n(law: rowdy behavior in public)διατάραξη της τάξης φρ ως ουσ θηλ
(θόρυβος, φασαρία)διατάραξη της κοινής ησυχίας φρ ως ουσ θηλ
He was cautioned for disorderly conduct.
safe passage,
safe conduct
n
(journey completed without danger)ασφαλές πέρασμα επίθ + ουσ ουδ
ασφαλής διεύλευση επίθ + ουσ θηλ
Various governmental bodies tried to arrange safe passage for refugees from the civil war.
social conduct n(behaviour in company)κοινωνική συμπεριφορά έκφρ
take a census of [sth],
conduct a census of
v expr
(conduct a survey)κάνω έρευνα, κάνω δημοσκόπηση, κάνω σφυγμομέτρηση περίφρ
(καθομιλουμένη)κάνω γκάλοπ περίφρ
Rupert took a census of opinion but found no support for his suggestion.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Good Conduct Medal στον τίτλο:

Δεν υπάρχουν τίτλοι με τη λέξη/φράση "Good Conduct Medal".
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Good Conduct Medal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.