| Σύνθετοι τύποι: |
| Αγγλικά | Ελληνικά |
| code of conduct n | (official rules) | κώδικας δεοντολογίας φρ ως ουσ αρσ |
| δεοντολογικός κώδικας επίθ + ουσ αρσ |
| δεοντολογία ουσ θηλ |
| He was fired from the company for violating the code of conduct. |
| conduct a campaign v expr | (promote [sth], [sb]) | κάνω μια καμπάνια περίφρ |
| (μεταφορικά) | πραγματοποιώ μια εκστρατεία περίφρ |
| conduct a study v expr | (perform an investigation) | διεξάγω μια έρευνα, διενεργώ μια έρευνα περίφρ |
| διεξάγω μια μελέτη, διενεργώ μια μελέτη περίφρ |
| (καθομιλουμένη) | κάνω μια έρευνα, κάνω μια μελέτη περίφρ |
| I've been researching for my thesis but I still need to conduct a study to test my hypothoses. |
| conduct a trial v expr | (hold court proceedings) | διεξάγω δίκη έκφρ |
| We should conduct a trial before we hang him. |
| conduct an experiment v expr | (test [sth] scientifically) | πραγματοποιώ ένα πείραμα, διεξάγω ένα πείραμα περίφρ |
| (καθομιλουμένη) | κάνω ένα πείραμα περίφρ |
| conduct an inquiry v expr | (hold investigation) | διεξάγω ανάκριση έκφρ |
| The committee will conduct an inquiry into the governor's alleged fraud. |
| conduct business with [sb] v expr | (have commercial dealings with [sb]) | κάνω δουλειές με κπ περίφρ |
| συνεργάζομαι με κπ ρ αμ + πρόθ |
| conduct yourself vtr + refl | (behave) | συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ |
| Please conduct yourself with politeness. |
| conduct yourself vi | (behave, act) | συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ |
| Please conduct yourself like a gentleman when you're with my daughter. |
| disorderly conduct n | (law: rowdy behavior in public) | διατάραξη της τάξης φρ ως ουσ θηλ |
| (θόρυβος, φασαρία) | διατάραξη της κοινής ησυχίας φρ ως ουσ θηλ |
| He was cautioned for disorderly conduct. |
safe passage, safe conduct n | (journey completed without danger) | ασφαλές πέρασμα επίθ + ουσ ουδ |
| ασφαλής διεύλευση επίθ + ουσ θηλ |
| Various governmental bodies tried to arrange safe passage for refugees from the civil war. |
| social conduct n | (behaviour in company) | κοινωνική συμπεριφορά έκφρ |
take a census of [sth], conduct a census of v expr | (conduct a survey) | κάνω έρευνα, κάνω δημοσκόπηση, κάνω σφυγμομέτρηση περίφρ |
| (καθομιλουμένη) | κάνω γκάλοπ περίφρ |
| Rupert took a census of opinion but found no support for his suggestion. |