VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/Sceptic

⇱ Sceptic - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Sceptic

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskɛptɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈskɛptɪk/ ,USA pronunciation: respelling(skeptik)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skeptic (US),
sceptic (UK)
n
(person who doubts)σκεπτικιστής, σκεπτικίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
δύσπιστος, επιφυλακτικός επίθ ως ουσ
Don is a skeptic when it comes to stories about aliens.
skeptic (US),
sceptic (UK)
n
(religion: unbeliever)σκεπτικιστής, σκεπτικίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
The church group does not tolerate skeptics.
skeptical (US),
sceptical (UK)
adj
(disbelieving, doubting) (άτομο, στάση)επιφυλακτικός επίθ
(άτομο)δύσπιστος επίθ
Frank takes a skeptic view on religion.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Sceptic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Sceptic στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "Sceptic" στο Greek φόρουμ.

antonym of sceptic - English Only forum
sceptic tanks - English Only forum
the/a sceptic - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Sceptic».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.