VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/assembly plant

⇱ assembly plant - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

assembly plant


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο assembly παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: plant
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: assembly, Assembly

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assembly n(gathering of people)συνάθροιση ουσ θηλ
(για συζήτηση θέματος)συνέλευση ουσ θηλ
(ανεπίσημο)μάζωξη ουσ θηλ
Juan sang a solo before the assembly.
Ο Χουάν τραγούδησε ένα σόλο πριν τη συνάθροιση.
assembly nuncountable (act of assembling)συναρμολόγηση ουσ θηλ
Rebecca's assembly of the machinery is flawless.
Η συναρμολόγηση του μηχανήματος από τη Ρεμπέκα είναι άψογη.
assembly n(group of parts)μονάδα ουσ θηλ
συγκρότημα ουσ ουδ
μηχανισμός ουσ αρσ
The engineers analyzed the components and assemblies of the two configurations.
Οι μηχανικοί ανέλυσαν τα μέρη και τις μονάδες των δύο παραμέτρων του συστήματος.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assembly n(school gathering)συγκέντρωση μαθητών περίφρ
(στην Ελλάδα)προσευχή ουσ θηλ
Σχόλιο: Στα ελληνικά σχολεία, η συγκέντρωση των μαθητών και των καθηγητών συνδέεται με την καθιερωμένη προσευχή και έχει επικρατήσει αυτός ο όρος.
At Victor's school, assembly begins at 9:00 sharp every morning.
assembly n(military signal)σήμα ουσ ουδ
(με σάλπιγγα)σάλπισμα ουσ ουδ
The troops gathered at the sound of the assembly.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Assembly n(legislature)ολομέλεια βουλής φρ ως ουσ θηλ
Amber felt nervous about speaking before the Assembly.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
assembly |
ΑγγλικάΕλληνικά
assembly area n(gathering point)χώρος συγκέντρωσης φρ ως ουσ αρσ
σημείο συγκέντρωσης φρ ως ουσ ουδ
In case of fire, the assembly area is the car park.
assembly hall n(large room for meetings)αίθουσα εκδηλώσεων περίφρ
The schoolchildren meet in the assembly hall every morning.
assembly instructions npl(putting together furniture, etc.)οδηγίες συναρμολόγησης φρ ως ουσ θηλ πλ
My husband never uses the assembly instructions that come in the box.
assembly line n(factory system, production line)γραμμή παραγωγής ουσ θηλ
He had worked on the assembly line all his life.
assembly line production n(cycle of manufacturing)παραγωγή σε σειρά, παραγωγή εν σειρά φρ ως ουσ θηλ
assembly point n(place to gather)σημείο συνάντησης φρ ως ουσ ουδ
If you hear the fire alarm, please make your way to the assembly point.
legislative assembly n(law-making council)νομοθετικό συμβούλιο έκφρ
The European Parliament is the legislative assembly of the European Union.
national assembly n(country's legislature)εθνοσυνέλευση ουσ θηλ
peaceful assembly n(non-violent gathering of people)ειρηνική συγκέντρωση, ειρηνική συνάθροιση επίθ + ουσ θηλ
school assembly n(gathering of pupils and teachers) (μαθητών και δασκάλων)σχολική συγκέντρωση, σχολική συνάθροιση επίθ + ουσ θηλ
(π.χ. για εκλογές)σχολική συνέλευση επίθ + ουσ θηλ
self-assembly adjchiefly UK (to be assembled by buyer)αυτοσυναρμολογούμενος επίθ
που συναρμολογείται από τον πελάτη περίφρ
self-assembly n(biology, chemistry: spontaneous ordering) (βιολογία, χημεία)αυτοσυναρμολόγηση ουσ θηλ
subassembly,
also UK: sub-assembly
n
(assembled parts)υποσυγκρότημα ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση assembly plant στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «assembly plant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.