VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/bum bag

⇱ bum bag - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

bum bag


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bum παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bag
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bum nUS, informal (street person)αλήτης, αλήτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
There are a lot of bums downtown who panhandle in the tourist areas.
Υπάρχουν πολλοί αλήτες στο κέντρο της πόλης που ζητιανεύουν στις τουριστικές περιοχές.
bum ninformal, figurative (idle person)τεμπέλης, τεμπέλα επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
(ζει εις βάρος άλλων)χαραμοφάης, χαραμοφάισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
(μεταφορικά)κηφήνας ουσ αρσ
(μειωτικό, μεταφορικά)κοπρόσκυλο ουσ ουδ
Gina's brother is a bum; he's thirty-five but has no job and lives with his mother.
Ο αδελφός της Τζίνας είναι ένας τεμπέλης. Είναι τριάντα πέντε χρονών, αλλά δεν εργάζεται και ζει με τη μητέρα του.
bum nUK, informal (buttocks) (άκομψο, ανεπίσημο)κώλος ουσ αρσ
πισινός επίθ ως ουσ αρσ
ποπός ουσ αρσ
A dog bit Drake on the bum!
Ένα σκυλί δάγκωσε τον Ντρέικ στον πισινό!
bum [sth] vtrslang (obtain by asking, begging) (αργκό: συνήθως τσιγάρο)κάνω τράκα περίφρ
(πράγμα: χωρίς επιστροφή)δανείζομαι ρ μ
(μτφ, αποδοκιμασίας)ζητιανεύω ρ μ
I wound down my car window and the man asked me if he could bum a ride.
Κατέβασα το παράθυρο του αυτοκινήτου μου και ένας άνδρας με ρώτησε αν μπορούσε να κάνει τράκα μια κούρσα.
bum [sth] off [sb],
bum [sth] from [sb]
vtr + prep
slang (obtain by asking, begging) (αργκό: συνήθως τσιγάρο)κάνω τράκα κτ από κπ περίφρ
(πράγμα: χωρίς επιστροφή)δανείζομαι κτ από κπ ρ μ + πρόθ
(μτφ, αποδοκιμασίας)ζητιανεύω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
Brad is always bumming cigarettes off his friends.
Ο Μπραντ πάντα κάνει τράκα τσιγάρα από τους φίλους του.
bum adjinformal (inferior, of poor quality)ελεεινός, κάκιστος, άθλιος επίθ
(καθομιλουμένη)χάλια επίθ
Evan gave me bum advice; I wish I hadn't listened to him.
bum adjinformal (false, misleading)ψεύτικος επίθ
παραπλανητικός επίθ
(μεταφορικά)μαϊμού ουσ ως επίθ
The informant gave the cops a bum lead.
bum adjinformal (lame) (πόδι)κουτσός επίθ
(χέρι)κουλός επίθ
(γενικά)χτυπημένος, τραυματισμένος μτχ πρκ
He can't run until his bum leg heals.
Δεν μπορεί να τρέξει μέχρι να γίνει καλά το κουτσό του πόδι.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bum around vi phrasalUS, slang (be idle)χαζολογάω ρ αμ
(αργκό)κωλοβαράω ρ αμ
Over the holidays, I just bummed around and watched TV.
bum around vi phrasalUS, slang (live as vagrant)αλητεύω ρ αμ
bum [sb] out vtr phrasal sepmainly US (upset, depress) (μεταφορικά)χαλάω ρ μ
(μεταφορικά)ρίχνω ρ μ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beach bum nslang (person who lazes on beach)αυτός που τεμπελιάζει στην παραλία περίφρ
αυτός που αράζει στην παραλία περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Brad spent the summer being a beach bum.
Ο Μπραντ πέρασε το καλοκαίρι τεμπελιάζοντας στην παραλία.
bum rap nslang (unjust accusation)άδικη κατηγορία ουσ θηλ
Jason was nowhere near the scene of the crime, but got arrested anyway. He's getting a bum rap.
bum rap nslang (wrongful conviction)άδικη καταδίκη επίθ + ουσ θηλ
butt cheek (US),
bum cheek (UK)
n
usually plural, slang (buttock) (καθομιλουμένη)κωλομέρι ουσ ουδ
(αργκό)κωλομάγουλο ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bum bag στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bum bag».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.