VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/casual Friday

⇱ casual Friday - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

casual Friday


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο casual παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Friday
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
casual adj(informal)χαλαρός επίθ
(ενίοτε αρνητικό)πρόχειρος επίθ
(για άνθρωπο)ανέμελος, χαλαρός επίθ
(μεταφορικά)άνετος επίθ
The casual feel of the room made him comfortable there.
Η χαλαρή αίσθηση του δωματίου τον έκανε να νοιώθει άνετα εκεί.
casual adj(clothing: informal) (ντύσιμο)καθημερινός επίθ
(ενίοτε αρνητικό)πρόχειρος επίθ
(καθομιλουμένη)σπορ, κάζουαλ επίθ άκλ
Casual clothing is allowed at this job.
Το καθημερινό ντύσιμο επιτρέπεται σ' αυτή τη δουλειά.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
casual adj(unconcerned)αδιάφορος επίθ
He gave a casual glance in her direction.
casual adj(by chance)τυχαίος, συμπτωματικός επίθ
Their meeting was casual, rather than planned.
casual adj(occasional)περιστασιακός επίθ
προσωρινός επίθ
She is looking for casual work.
casual adj(offhand)φυσικός επίθ
αυθόρμητος επίθ
(μεταφορικά)χαλαρός επίθ
The man gave his dog a casual pat.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
casual dress n(informal clothing)πρόχειρα, ανεπίσημα ρούχα ουσ ουδ πλ
The dress code for the event is casual dress.
casual labor (US),
casual labour (UK)
n
(work: temporary, occasional)περιστασιακή εργασία, προσωρινή δουλειά επίθ + ουσ θηλ
(ανάλογα με την εποχή)εποχιακή εργασία επίθ + ουσ θηλ
casual wear,
casual clothes
n
(clothing: informal)καθημερινό ντύσιμο επίθ + ουσ ουδ
(καθομιλουμένη)casual ντύσιμο επίθ + ουσ ουδ
(ενίοτε αρνητικό)πρόχειρο ντύσιμο επίθ + ουσ ουδ
casual worker n(temporary worker)προσωρινός υπάλληλος, προσωρινή υπάλληλος φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
προσωρινός εργαζόμενος, προσωρινή εργαζόμενη φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση casual Friday στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «casual Friday».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.