VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/cont'd

⇱ cont'd - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
continued adj(persistent)επίμονος, συνεχής, διαρκής επίθ
He finally confessed, after continued questioning.
Τελικά ομολόγησε μετά από επίμονη ανάκριση.
continued adj(continuing)συνεχής, διαρκής επίθ
Their continued infractions of the law dismayed officials.
Η συνεχείς παραβάσεις του νόμου ανησυχούν τους αξιωματούχους.
continued,
cont'd
expr
written (continued below, on the next page)συνεχίζεται ρ αμ
At the bottom of the page, his mother had written "continued", accompanied by an arrow.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
to be continued expr(more will come later) (σε τρίτο ενικό πρόσωπο)συνεχίζεται ρ αμ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται πάντα σε τρίτο πρόσωπο ενεστώτα.
At the end of the TV show episode, the words "To be continued" appeared at the bottom of the screen.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cont'd στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cont'd».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.