VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/controlled development

⇱ controlled development - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

controlled development


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο development παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: controlled
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
development n(progress of a project, etc.)εξέλιξη, πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
The development of the project has continued for four months.
Η εξέλιξη (or: πορεία) του έργου συνεχίστηκε για τέσσερις μήνες.
development n(creation, bringing into being)ανάπτυξη ουσ θηλ
The development of this theory has taken years.
Η ανάπτυξη βιομηχανικής βάσης είναι καίριας σημασίας για τη χώρα.
development n(economic, social: growth) (οικονομικά)ανάπτυξη ουσ θηλ
The country continues its slow but steady development.
Η χώρα συνεχίζει την αργή αλλά σταθερή ανάπτυξή της.
development n(turn of events)εξέλιξη ουσ θηλ
We are all shocked by the latest development in this case.
Οι τελευταίες εξελίξεις στην υπόθεση μας συγκλόνισαν όλους.
developments npl(latest news)εξελίξεις ουσ θηλ πλ
These latest developments have set back negotiations.
Οι τελευταίες αυτές εξελίξεις ανέβαλλαν τις διαπραγματεύσεις.
development n(progression of an illness)εξέλιξη ουσ θηλ
The cancer's development was slow and painful.
Η εξέλιξη του καρκίνου ήταν αργή και επώδυνη.
development n(acquisition)ανάπτυξη ουσ θηλ
A baby's development of hand-eye coordination takes time.
Η ανάπτυξη του συντονισμού χεριών και ματιών των βρεφών παίρνει χρόνο.
development n(houses, apartments)συγκρότημα ουσ ουδ
This development has over a thousand homes and a swimming pool.
Το συγκρότημα αυτό έχει πάνω από χίλιες κατοικίες και μια πισίνα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
development n(photography: film processing) (φωτογραφικό φιλμ)εμφάνιση ουσ θηλ
The development of film can take as little as an hour.
development n(musical progression)ανάπτυξη ουσ θηλ
The thematic development begins in the first movement of the symphony.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
arrested development n(stunted growth)υπολειπόμενη ανάπτυξη μτχ πρκ+ ουσ θηλ
arrested development n(mentally handicapped)υπολειπόμενη νοητική ανάπτυξη φρ ως ουσ θηλ
GED nUS, Can, initialism (General Educational Development)είδος εξετάσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος, λόγω διαφορών στο εκπαιδευτικό σύστημα.
housing development n(housing estate, residential area)οικισμός ουσ αρσ
The new housing development has easy access to the highway.
Ο νέος οικισμός έχει εύκολη πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο.
housing development n(residential planning)στεγαστική ανάπτυξη έκφρ
Housing development is vital in urban planning.
human development n(improvement of people's well-being)εξέλιξη του ανθρώπου φρ ως ουσ θηλ
ανθρώπινη εξέλιξη επίθ + ουσ θηλ
human development n(humans' advancement over time)πρόοδος του ανθρώπου φρ ως ουσ θηλ
ανθρώπινη πρόοδος επίθ + ουσ θηλ
human development n(human's change over a lifespan)ανάπτυξη του ανθρώπου φρ ως ουσ θηλ
ανθρώπινη ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
IBRD ninitialism (bank name)IBRD ουσ θηλ άκλ
IFAD ninitialism (agricultural organization)Διεθνές Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης φρ ως ουσ ουδ
natural development n(normal physical or mental growth)φυσιολογική ανάπτυξη ουσ θηλ
Pesticides interfere with the natural development of amphibians.
organization development,
also UK: organisation development
n
(improvement of an organization)ανάπτυξη οργάνωσης φρ ως ουσ θηλ
organization development,
also UK: organisation development
n
(act of improving an organization)ανάπτυξη οργάνωσης, βελτίωση οργάνωσης φρ ως ουσ θηλ
product development n(creation or design of goods)ανάπτυξη προϊόντος φρ ως ουσ θηλ
R&D,
R & D,
R and D
n
abbreviation (research and development)έρευνα και ανάπτυξη φρ ως ουσ θηλ
My brother works in R&D at a large company in Silicon Valley.
real estate development n(renovated building: for sale, rental)ανάπτυξη ακινήτων φρ ως ουσ θηλ
research and development n(business: creation of new products, etc.)έρευνα και ανάπτυξη έκφρ
sexual development n(process of reaching physical maturity)σεξουαλική ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
software development n(engineering of computer programs) (Η/Υ)ανάπτυξη λογισμικού φρ ως ουσ θηλ
sustainable development n(eco-friendly economic growth)αειφόρος ανάπτυξη, βιώσιμη ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
urban development n(city geography and planning)αστική ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
web development n(business of building internet sites)ανάπτυξη ιστοσελίδας φρ ως ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση controlled development στον τίτλο:

Δεν υπάρχουν τίτλοι με τη λέξη/φράση "controlled development".
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «controlled development».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.