VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/cording

⇱ cording - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Showing results for:

cord

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kôrding)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cord n(thin rope)κορδόνι ουσ ουδ
σπάγκος ουσ αρσ
νήμα ουσ ουδ
Mark tied the gate closed with a frayed cord.
Ο Μαρκ έδεσε την πύλη με έναν ξεφτισμένο σπάγκο.
cord n(flex: electric cable)καλώδιο ουσ ουδ
This cord is too short to reach the electrical outlet.
Το καλώδιο είναι πολύ κοντό για να φτάσει την πρίζα.
cord ncolloquial, uncountable (fabric: corduroy) (ύφασμα)κοτλέ ουσ ουδ άκλ
I bought red cord to make myself a shirt.
Αγόρασα κόκκινο κοτλέ για να μου φτιάξω ένα πουκάμισο.
cord n as adjcolloquial (clothing: corduroy)κοτλέ επίθ άκλ
A cord jacket is just right for this weather.
Ένα κοτλέ σακάκι είναι ό, τι πρέπει για αυτόν τον καιρό.
cords nplcolloquial (corduroy trousers)κοτλέ παντελόνι επίθ άκλ + ουσ ουδ
κοτλέ ουσ ουδ άκλ
This shirt will look nice with your cords.
Αυτό το πουκάμισο θα φαίνεται όμορφο με το κοτλέ παντελόνι σου.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cord nmainly US (unit measure of firewood)cord ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: μονάδα μέτρησης, περίπου 3,5 κυβικά μέτρα
We burned two cords of wood last winter.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bungee cord n(elasticated rope) (ελαστικός)ιμάντας ουσ αρσ
I always keep bungee cords in the car for tying down extra cargo.
cord blood n(blood from umbilical cord)ομφάλιο αίμα επίθ + ουσ ουδ
extension cord (US),
extension lead (UK)
n
(electronics)καλώδιο προέκτασης φρ ως ουσ ουδ
προέκταση ουσ θηλ
power cord n(electrical cable)καλώδιο ρεύματος ουσ ουδ
rip cord,
ripchord
n
(mechanism for opening a parachute)σχοινί ενεργοποίησης, σχοινί ανοίγματος φρ ως ουσ ουδ
John pulled the rip cord and his parachute opened.
spinal cord n(central nerve of the spine)νωτιαίος μυελός επίθ + ουσ αρσ
Injuries to the spinal cord can leave a person paralyzed.
Ένας τραυματισμός στον νωτιαίο μυελό μπορεί να οδηγήσει σε αναπηρία.
spinal cord injury n(damage to nerve tissue around the spine)κάκωση νωτιαίου μυελού φρ ως ουσ θηλ
telephone cord n(wire attaching phone handset)καλώδιο τηλεφώνου ουσ ουδ
Cordless phones allow you to walk around freely because there's no telephone cord.
umbilical cord n(birth cord from foetus to placenta)ομφάλιος λώρος φρ ως ουσ αρσ
The umbilical cord connects an unborn baby to the placenta.
Ο ομφάλιος λώρος συνδέει το αγέννητο βρέφος με τον πλακούντα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cording στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cording».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.