VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/crew car

⇱ crew car - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

crew car


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο crew παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: car
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: crew, crow

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crew n(team on a boat, etc.)πλήρωμα ουσ ουδ
(παλαιό)τσούρμο ουσ ουδ
Judith wants me to join her crew when she sails to New Zealand.
Η Τζούντιθ θέλει να γίνω μέλος του πληρώματος όταν σαλπάρει για Νέα Ζηλανδία.
crew n(sport: rowing)κωπηλασία ουσ θηλ
Linda likes to row, so she plans to go out for crew.
Στη Λίντα αρέσει να τραβάει κουπί, σχεδιάζει λοιπόν να πάει για κωπηλασία.
crew n(group)παρέα ουσ θηλ
(ανεπίσημο)τσούρμο ουσ ουδ
After we cleaned up the playground, the whole crew went out for pizza.
Αφού καθαρίσαμε την αυλή, όλη η παρέα βγήκε έξω για πίτσα.
crew [sth] vtr(serve on: a vessel)επανδρώνω ρ μ
That yacht is crewed by professional sailors.
Αυτό το ιστιοφόρο είναι επανδρωμένο με επαγγελματίες ναύτες.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crew ninformal (social group)παρέα ουσ θηλ
(μεταφορικά, καθομ)παλιοπαρέα ουσ θηλ
(ανεπίσημο)τσούρμο ουσ ουδ
Jake was at the party with his brothers and their girlfriends -- the usual crew.
crew vi(serve on a vessel) (σε πλοίο)εργάζομαι, δουλεύω ρ αμ
είμαι μέλος του πληρώματος ρ έκφρ
George had never before crewed on a cargo ship.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crow n(black bird)κοράκι ουσ ουδ
κόρακας ουσ αρσ
The crows scare the other birds away from the birdbath.
Τα κοράκια διώχνουν τα άλλα πουλιά από τη λιμνούλα των πουλιών.
crow n(sound of rooster) (του πετεινού)λάλημα ουσ ουδ
(καθομ, παιδικό)κικιρίκου ουσ ουδ άκλ
Lucy can imitate a rooster's crow perfectly.
Η Λούσυ μιμείται τέλεια το λάλημα του κόκκορα.
crow vi(make rooster-like sound)λαλάω, λαλώ ρ αμ
(καθομ, παιδικό)κάνω κικιρίκου ρ έκφρ
Charles always wakes up when the rooster starts crowing.
Ο Τσαρλς πάντα ξυπνά όταν ο κόκκορας αρχίσει να λαλεί.
crow vifigurative, informal (brag) (καθομιλουμένη)κοκορεύομαι ρ αμ
"I said I would win and I did," Jesse crowed.
«Είπα πως θα νικήσω και νίκησα», κοκορεύτηκε η Τζες.
crow about [sth],
crow over [sth]
vi + prep
figurative, informal (brag about) (για κάτι)κοκορεύομαι ρ αμ
Steve is crowing about his perfect test score.
Ο Στηβ κοκορεύεται για τον άριστο βαθμό του στο διαγώνισμα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
crew | crow
ΑγγλικάΕλληνικά
cabin crew n(staff of a plane or ship)πλήρωμα καμπίνας φρ ως ουσ ουδ
The friendly smiles of the cabin crew put the passengers at ease.
crew cut n(army haircut)αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
His crew cut and posture made it clear he was a military man.
crew cut n(very short haircut)αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
The boys on the team all have crew cuts.
crew leader n(head of a team) (εργάτες)υπεύθυνος συνεργείου, επικεφαλής συνεργείου περίφρ
(πλοίο, ναυτικοί)αρχηγός πληρώματος, επικεφαλής πληρώματος περίφρ
crew member n([sb] in a working team) (σκάφος)μέλος του πληρώματος φρ ως ουσ ουδ
(γενικά)μέλος της ομάδας φρ ως ουσ ουδ
The ship sank with 35 crew members on board.
crew neck n(neckline: round)στρογγυλή λαιμόκοψη επίθ + ουσ θηλ
The t-shirt had a crew neck as opposed to a V neck
crew neck n(top: rounded neckline)μπλούζα με στρογγυλή λαιμόκοψη φρ ως ουσ θηλ
Because it was his day off, he threw on a crew neck instead of a collared shirt.
crew-neck n as adj(having a rounded neckline)με στρογγυλή λαιμόκοψη περίφρ
crew sock nUS, usually plural (sports sock)αθλητική κάλτσα επίθ + ουσ θηλ
The label on the package said "crew socks", but I'd always just called them "socks".
crew-cut n as adj(hair: very short)κοντοκουρεμένος μτχ πρκ
(κατά λέξη)ξυρισμένα στα πλαϊνά και κοντοκουρεμένα στο κέντρο
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
You could tell he was a Marine from his crew-cut hair.
film crew n(team filming a movie or video)κινηματογραφικό συνεργείο επίθ + ουσ ουδ
A film crew is following the singer around for a documentary.
flight crew n(staff of a plane)ιπτάμενο προσωπικό επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Used with a plural verb
ground crew n(airline employees)πλήρωμα, προσωπικό εδάφους έκφρ
The ground crew safely guided the plane to the terminal gate.
motley crew ninformal (varied group)ετερογενής ομάδα, ανομοιογενής ομάδα επίθ + ουσ θηλ
operating crew n(team in charge of aircraft, etc.)πλήρωμα ουσ ουδ
(κατά λέξη)πλήρωμα υπεύθυνο για τη λειτουργία περίφρ
pirate crew n(team of sea robbers)πειρατικό πλήρωμα επίθ + ουσ ουδ
μέλη πειρατικού πληρώματος περίφρ
In "The Pirates of Penzance" the same men's chorus doubles as policemen and as pirate crew.
road maintenance crew n(team who carry out roadworks)συνεργείο συντήρησης οδικών αρτηριών περίφρ
συνεργείο συντήρησης οδών περίφρ
A road maintenance crew is inspecting the structure of the bridge.
stage crew n(theatre technicians) (θέατρο)τεχνικό προσωπικό σκηνής περίφρ
work crew n(team)προσωπικό ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crew car στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "crew car" στο Greek φόρουμ.

To work a car / wrecking crew / heavy hitter - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crew car».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.