VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/enduringly

⇱ enduringly - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: enduring, endure

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enduring adj(lasting) (μεταφορικά: διάρκεια)μακρύς επίθ
μακρόχρονος, μακροχρόνιος επίθ
Throughout their enduring friendship, the two women had never had an argument.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης φιλίας τους, οι δυο γυναίκες δεν είχαν διαφωνήσει ποτέ.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
endure [sth] vtr(last through)αντέχω ρ μ
ξεπερνώ ρ μ
The couple's love had endured trials and tribulations.
Η αγάπη του ζευγαριού άντεξε δοκιμασίες και βάσανα.
endure [sth] vtr(suffer)αντέχω ρ μ
υπομένω ρ μ
Adam endured the ache in his muscles and managed to finish the marathon.
Ο Άνταμ άντεξε τον πόνο στους μύες του και κατάφερε να τερματίσει στον μαραθώνιο.
Ο Άνταμ υπέμεινε τον πόνο στους μύες του και κατάφερε να τερματίσει στον μαραθώνιο.
endure vi(last) (στο χρόνο)αντέχω ρ αμ
διαρκώ ρ αμ
Despite some differences of opinion, the two women's friendship had endured.
Παρά τις κάποιες διχογνωμίες η φιλία των δυο γυναικών άντεξε στον χρόνο.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
endure viliterary (survive)αντέχω ρ αμ
τα καταφέρνω έκφρ
τα βγάζω πέρα έκφρ
Things look bleak now, but we shall endure.
endure vi(bear, continue)αντέχω ρ αμ
συνεχίζω ρ αμ
The pain was intense, but Dan endured.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enduringly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enduringly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «enduringly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.