VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/flow off

⇱ flow off - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

flow off


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο flow παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: off
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flow vi(move as a liquid)χύνομαι, κυλάω, ρέω ρ αμ
(καθομιλουμλένη)τρέχω ρ αμ
(επίσημο)ρέω ρ αμ
The water flowed out of the bath.
Το νερό χύθηκε έξω από το μπάνιο.
Το νερό έτρεξε έξω από το μπάνιο.
flow n(liquid movement)ροή ουσ θηλ
ρεύμα ουσ ουδ
The flow of the stream carried the water to the lake.
Η ροή του ποταμού έσπρωχνε το νερό στη λίμνη.
Το ρεύμα του ποταμού έσπρωχνε το νερό στη λίμνη.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flow n(current) (κυριολεκτικά)ρεύμα ουσ ουδ
The river has a strong flow and is dangerous.
flow n(tide) (κυριολεκτικά)ροή ουσ θηλ
The flow of the tide carried away the beach chairs.
flow n(amount of liquid)ροή ουσ θηλ
The meter measures the flow of water in litres per hour.
flow n(traffic circulation)ροή ουσ θηλ
The project will improve the flow of traffic at this major junction.
flow viarchaic (abundance) (επίσημο)βρίθω ρ αμ
έχω αφθονία ρ έκφρ
The land flowed with everything that was desired.
flow vi(circulate) (κυριολεκτικά)ρέω ρ αμ
Traffic flows slowly in this city.
flow vi(words: sound natural)κυλάω ρ αμ
(γενικά: με επίρρημα)ακούγομαι ρ αμ
No, that sentence doesn't flow very well.
flow vi(stem from, be caused by)πηγάζω ρ αμ
προκαλούμαι, προξενούμαι ρ αμ
(επίσημο)εκπορεύομαι ρ αμ
The whole problem flows from his financial difficulties.
flow vi(hair) (μεταφορικά)πέφτω, χύνομαι ρ αμ
πέφτω χυτός περίφρ
Her hair flowed down her back.
Τα μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της.
Τα μαλλιά της έπεφταν χυτά στην πλάτη της.
flow vi(tide) (παλίρροια)έρχομαι ρ αμ
(καθομ: νερά, θάλλασα)φουσκώνω ρ αμ
High tide flowed in at around three pm today.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν είναι σωστό να βρίσκεσαι σε αυτή την παραλία όταν έρχεται η παλίρροια.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν είναι σωστό να βρίσκεσαι σε αυτή την παραλία όταν φουσκώνουν τα νερά.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
flow back vi phrasal(liquid: move back toward [sth])ρέω προς τα πίσω περίφρ
flow out vi phrasal(water, fluid: emerge in a stream)πηγάζω, ρέω ρ αμ
I turned on the faucet and water flowed out.
flow out vi phrasalfigurative (emerge in a stream) (μεταφορικά)ξεχύνομαι ρ αμ
People began flowing out of the building.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
against the flow adv(opposite the current)ενάντια στο ρεύμα, ενάντια στη ροή του νερού περίφρ
κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στη ροή νερού περίφρ
She set her kayak against the flow and began to paddle upstream.
against the flow adv(against general movement)αντίθετα επίρ
ανάποδα επίρ
As the crowd of lemmings moved toward the cliff, a single animal went against the flow, heading back to the tundra.
against the flow advfigurative (contrary to conventional opinion) (μεταφορικά)κόντρα στο ρεύμα περίφρ
All my friends are going to college next year, but I'm going against the flow and attending a technical school.
air flow n(current, movement of air)ρεύμα αέρα ουσ ουδ
The air flow of this oxygen concentrator is 3 liters a minute.
airflow,
air flow
n
(current or passage of air)ρεύμα αέρος, ρεύμα αέρα φρ ως ουσ ουδ
(επίσημα)ροή αέρα φρ ως ουσ θηλ
Bronchitis restricts airflow to the lungs.
blood flow n(blood circulation)κυκλοφορία του αίματος περίφρ
Blockages in the arteries of the leg can cause low blood flow, and pain while walking.
cash flow n(income and expenses) (επιχειρήσεις)ρευστότητα ουσ θηλ
Cash flow can be a problem when you are self-employed.
ebb and flow n(tidal movement)άμπωτη και πλημμυρίδα φρ ως ουσ θηλ
The boats move gently at their moorings in response to the ebb and flow of the tide.
ebb and flow nfigurative (fluctuations) (παλινδρομήσεις, μεταφορικά)άμπωτη και πλημμυρίδα ουσ θηλ πλ
Consumer spending on such products tends to follow the ebb and flow of the economy.
flow in vi + adv(liquid: enter in a stream)εισρέω ρ αμ
flow in vi + advfigurative (money, ideas, people, etc: come steadily) (μεταφορικά)ρέω ρ αμ
εισρέω ρ αμ
flow into [sth] vi + prep(river, liquid) (ποτάμι)εκβάλλω ρ αμ
(ποτάμι και υγρό γενικά)χύνομαι ρ αμ
Blood flows into the kidneys through the renal artery.
flow into [sth] vi + prepfigurative (supply) (μεταφορικά)εισρέω ρ αμ
Σχόλιο: γλιστράω: επίσης: γλιστρώ (συνηρ.)
As capital flows into the stock market, the stock price increases.
flow rate n(output speed of a fluid)ταχύτητα ροής φρ ως ουσ θηλ
(κατά την έξοδο)ταχύτητα εκροής φρ ως ουσ θηλ
flow rate n(amount of liquid flowing)ροή ουσ θηλ
The flow rate depends on the size of the pipe.
flowchart,
flow chart,
flow sheet
n
(diagram of a process)διάγραμμα ροής φρ ως ουσ ουδ
In the training materials, a flowchart of the standard procedure is included.
flowchart,
flow chart,
flow sheet
n
(computing: system or procedure diagram)διάγραμμα ιεραρχίας φρ ως ουσ ουδ
Flowcharts can be used to visualize new algorithms.
go with the flow v exprfigurative, informal (take a relaxed approach)αφήνω τα πράγματα να κυλήσουν έκφρ
παίρνω τα πράγματα όπως έρχονται, δέχομαι τα πράγματα όπως έρχονται έκφρ
You can't control everything that happens to you; sometimes you just have to go with the flow.
lateral flow test n(rapid method of screening for infection)δοκιμή με τη μέθοδο lateral flow φρ ως ουσ θηλ
menstrual flow n(blood lost during a woman's period)έμμηνος ρύση επίθ + ουσ θηλ
αιμορραγία κατά την περίοδο περίφρ
(καθομιλουμένη)περίοδος ουσ θηλ
A heavy menstrual flow can be very difficult for a woman to deal with.
stem the flow v exprfigurative (prevent [sth] increasing)μειώνω ρ μ
ανακόπτω ρ μ
Σχόλιο: Συμπληρώνεται κατά περίπτωση, π.χ. «την ανάπτυξη», «την εισροή», «το ρεύμα» κ.λπ.
traffic flow n(movement of road vehicles)κυκλοφοριακή ροή επίθ + ουσ θηλ
urine flow n(stream of urine)ροή ούρων περίφρ
Urine flow can indicate whether a patient has a prostate problem.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flow off στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "flow off" στο Greek φόρουμ.

What does "shut off a flow of payments" mean? - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «flow off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.