VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/green pea

⇱ green pea - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
green pea nusually plural (small green vegetable)μπιζέλι ουσ ουδ
αρακάς ουσ αρσ
The waiter brought a side dish of green peas with mint.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pea green,
pea-green
adj
(bright green in color)έντονος πράσινος, φωτεινός πράσινος φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
pea green n(bright green color) (χρώμα)έντονο πράσινο, φωτεινό πράσινο φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση green pea στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "green pea" στο Greek φόρουμ.

pea-green lavender - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «green pea».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.