![]() |
VOOZH | about |
|
have relations
ορισμός |
στα ισπανικά |
στα γαλλικά |
συνώνυμα στα αγγλικά |
αγγλικές συμφράσεις |
Conjugator [EN] |
σε χρήση |
εικόνες
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση have relations στον τίτλο: Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "have relations" στο Greek φόρουμ.
comma with date: relations with the KRG since March 2003 have - English Only forum confirm or affirm; have or enjoy; relationship or relations - English Only forum have toxicity relations to - English Only forum their tense relations have worsened IN THE LAST WEEK - English Only forum to have relations with a woman - English Only forum
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά
Σύνδεσμοι:
⚙️Προτιμήσεις |
Συντομογραφίες |
Πολιτική απορρήτου |
Όροι χρήσης |
Υποστηρίξτε το WR |
Φόρουμ |
Προτάσεις
|
|
||||||||||||||||||||||||