|
|
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | in vain adv | (pointlessly, for nothing) | μάταια επίρ | | (επίσημο, λόγιος) | επί ματαίω φρ ως επίρ | | Polly tried in vain to open the locked door. | | Η Πόλυ προσπάθησε μάταια ν' ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα. |
Ο όρος 'in vain' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|