VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/itemized

⇱ itemized - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


itemized


From the verb itemize: (⇒ conjugate)
itemized is: Click the infinitive to see all available inflections
v past (US & UK)
v past p (US & UK)
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
itemize [sth],
also UK: itemise [sth]
vtr
(list individually)απαριθμώ ρ μ
αναφέρω ξεχωριστά ρ μ + επίρ
I itemized all of my expenses this month to find places where I can improve my budget.
itemize [sth],
also UK: itemise [sth]
vtr
(break [sth] down into a list)αναφέρω κτ ξεχωριστά περίφρ
καταγράφω σε αναλυτική κατάσταση περίφρ
μετατρέπω σε αναλυτική κατάσταση περίφρ
(πχ ανάμεσα σε άτομα, χρήστες κλπ)χωρίζω ρ μ
The manager asked Sally to itemize the account.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'itemized' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση itemized στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "itemized" στο Greek φόρουμ.

itemized deductions - English Only forum
Omitting 's' when nouns are itemized - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «itemized».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.