VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/mimicked

⇱ mimicked - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


mimicked


From the verb mimic: (⇒ conjugate)
mimicked is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mimic n(person)μίμος ουσ αρσ/θηλ
The circus mimic could do perfect impressions of a variety of celebrities.
Ο μίμος του τσίρκου μπορούσε να κάνει τέλειες μιμήσεις πολλών σελέμπριτι.
mimic [sb],
mimic [sth]
vtr
(imitate)μιμούμαι ρ μ
Kelsey mimicked her friend's laugh perfectly.
Η Κέσλεϋ μιμείτο το γέλιο της φίλης της τέλεια.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mimic n(copy)απομίμηση ουσ θηλ
αντίγραφο ουσ ουδ
You couldn't tell the counterfeiter's mimic of a driver's license from the real thing.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mimicked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mimicked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.