VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/party selling

⇱ party selling - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

party selling


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο selling παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: party
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: selling, sell

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
selling n(activity: making sales)πώληση ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)πούλημα ουσ ουδ
I'm not much good at selling but I can manage people.
Δεν είμαι πολύ καλή στις πωλήσεις, αλλά ξέρω να διευθύνω άλλους.
Δεν είμαι πολύ καλή στο πούλημα, αλλά ξέρω να διευθύνω άλλους.
selling adj(price: actual, at sale) (σε γενική)πώλησης ουσ θηλ
The selling price of the car should be lower than the sticker price.
Η τιμή πώλησης του αμαξιού πρέπει να είναι χαμηλότερη από την τιμή στην ταμπέλα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sell [sth] vtr(vend)πουλάω, πουλώ ρ μ
He sells newspapers for 50 cents each.
Πουλάει εφημερίδες 50 σεντς τη μία.
sell [sth] vtr(deal in)πουλάω, πουλώ ρ μ
εμπορεύομαι ρ μ
He sells precious metals.
Πουλάει πολύτιμα μέταλλα.
sell [sb] [sth] vtr phrasal sepmainly US (persuade to buy)πουλάω κτ σε κπ, πουλώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
As hard as he tried, he couldn't sell her the car.
Όσο σκληρά κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να της πουλήσει το αυτοκίνητο.
sell [sb] on [sth] vtr phrasal sepmainly US (convince)πείθω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
(μεταφορικά)πουλάω κτ σε κπ, πουλώ κτ σε κπ ρ μ
As hard as he tried, he couldn't sell her on the idea.
Όσο σκληρά και αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να την πείσει για την ιδέα του.
sell [sth/sb] vtrfigurative (promote, show to advantage) (μεταφορικά)πουλάω ρ μ
In order to sell yourself in a job interview, self-confidence is key.
sell vi(get bought)πουλάω, πουλιέμαι ρ αμ
(μεταφορικά)φεύγω ρ αμ
(επίσημο)πωλούμαι ρ αμ
Do those shirts really sell?
Πουλάνε (or: Φεύγουν) στ' αλήθεια αυτά τα πουκάμισα;
Πωλούνται στ' αλήθεια αυτά τα πουκάμισα;
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sell nslang (reluctant buyer)πελάτης, πελάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
αγοραστής, αγοράστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
He's a hard sell and will only buy at a low price.
Είναι δύσκολος πελάτης και αγοράζει μόνο σε χαμηλές τιμές.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
sell [sth] off,
sell off [sth]
vtr phrasal sep
(dispose of by selling)εκποιώ ρ μ
(καθομιλουμένη)ξεπουλώ ρ μ
The company will sell off some of its assets to raise cash.
If he needs money he should sell off his collection of paintings.
Η εταιρεία θα εκποιήσει κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία της για να συγκεντρώσει μετρητά.
Αν χρειάζεται χρήματα, θα πρέπει να ξεπουλήσει τη συλλογή πινάκων ζωγραφικής που έχει.
sell out vi phrasal(all be sold)ξεπουλάω ρ αμ
It's always annoying to get to the ticket booth and be told they've sold out.
Είναι πάντα ενοχλητικό να φτάνεις στο γκισέ και να σου λένε ότι έχουν ξεπουλήσει.
sell out vi phrasalfigurative, slang (betray values) (μειωτικό, μεταφορικά)ξεπουλιέμαι ρ αμ
The artist sold out and started doing commercial work.
Ο καλλιτέχνης ξεπουλήθηκε και άρχισε να κάνει εμπορικές δουλειές.
sell [sth] out,
sell out [sth]
vtr phrasal sep
(stock: discount)ξεπουλάω ρ μ
Year-end clearances are when they sell out the current car models.
Στις εκποιήσεις στο τέλος της χρονιάς ξεπουλάνε τα τελευταία μοντέλα αυτοκινήτων.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
selling | sell
ΑγγλικάΕλληνικά
bestselling,
best-selling
adj
(very successful commercially)μπεστ σέλερ, μπεστ-σέλερ ουσ ουδ ακλ
κορυφαίο σε πωλήσεις
Σχόλιο: ξενικό
buying and selling n(trade, business)εμπόριο ουσ ουδ
pre-selling n(taking orders for [sth] not yet available)προπώληση ουσ θηλ
selling off,
sell-off
n
(rapid sale) (εμπόριο)εκκαθάριση/διάλυση επιχείρησης έκφρ
selling point n(attractive feature of [sth] being sold)χαρακτηριστικό αντικειμένου προς πώληση που το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό έκφρ
The car's main selling point is its fuel efficiency.
selling price n(cost at which [sth] is put up for sale)τιμή πώλησης έκφρ
I nearly fainted when I heard the selling price of the house.
top selling,
top-selling
adj
(popular in market)που πουλάει περισσότερο περίφρ
που κάνει τις μεγαλύτερες πωλήσεις περίφρ
unique selling point n(special feature of a product)μοναδικό εμπορικό πλεονέκτημα, μοναδικό πλεονέκτημα πώλησης φρ ως ουσ ουδ
up-selling,
upselling
n
(persuading a customer to spend more) (μάρκετινγκ)αύξηση αξίας πελάτη φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
USP ninitialism (unique selling point)μοναδικότητα ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται και ο αγγλικός όρος.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση party selling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «party selling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.