VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/rectified

⇱ rectified - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


rectified


From the verb rectify: (⇒ conjugate)
rectified is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rectify [sth] vtr(error: correct)διορθώνω ρ μ
Please rectify the marked boxes and resubmit the form.
Παρακαλώ διορθώστε τα σημειωμένα πλαίσια και ξαναϋποβάλετε τη φόρμα.
rectify [sth] vtr(situation: put right) (μια κατάσταση)διορθώνω ρ μ
You should rectify your relationship with your mother before she dies.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rectified στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "rectified" στο Greek φόρουμ.

as subsequently rectified ('as') - English Only forum
He rectified that - English Only forum
rectified requisition - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rectified».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.