VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/refuelling

⇱ refuelling - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


refuelling

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌriːˈfjuːəlɪŋ/

From the verb refuel: (⇒ conjugate)
refuelling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p (Mainly UK)
  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: refuel, refueling

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refuel [sth] vtr(refill with petrol)ανεφοδιάζω ρ μ
(καθομιλουμένη)ξαναγεμίζω ρ μ
I need to refuel the tank in sixty miles.
refuel vi(refill a vehicle with petrol) (ανάλογα με το καύσιμο)ξαναβάζω βενζίνη, ξαναβάζω πετρέλαιο περίφρ
(καθομιλουμένη)το ξαναγεμίζω έκφρ
Pull over and refuel at the next gas station.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refueling (US),
refuelling (UK)
n
(replenishment of fuel)ανεφοδιασμός με καύσιμα φρ ως ουσ αρσ
ανεφοδιασμός ουσ αρσ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση refuelling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «refuelling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.