VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/regular way

⇱ regular way - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

regular way


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο regular παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: way
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
regular adj(normal, usual)συνηθισμένος μτχ πρκ
(καθομιλουμένη)κανονικός, κλασικός επίθ
μόνιμος επίθ
Tamsin's regular hairdresser was on holiday, so she had to make an appointment with someone else.
Ο συνηθισμένος κομμωτής της Τάμσιν βρισκόταν σε διακοπές, γι' αυτό έπρεπε να κλείσει ραντεβού με κάποιον άλλο.
regular adj(habitual)συνηθισμένος μτχ πρκ
κλασικός επίθ
τακτικός επίθ
The vicar paid his regular weekly visit to his two elderly parishioners.
Ο εφημέριος έκανε τη συνηθισμένη του εβδομαδιαία επίσκεψη στους δύο ηλικιωμένους ενορίτες.
regular adj(coming on time)τακτικός επίθ
Bert was waiting for the regular 8.30 bus.
Ο Μπερτ περίμενε το τακτικό δρομολόγιο του λεωφορείου στις 8.30.
regular adj(occurring evenly)τακτικός επίθ
κανονικός, φυσιολογικός επίθ
The doctor asked Linda if she had regular periods.
Ο γιατρός ρώτησε τη Λίντα εάν είχε κανονική (or: φυσιολογική) περίοδο.
regular adj(symmetrical)κανονικός επίθ
συμμετρικός επίθ
Arabella's face had regular features.
Το πρόσωπο της Αραμπέλλα είχε συμμετρικά χαρακτηριστικά.
regular adj(grammar: following pattern)ομαλός επίθ
The inflections of this verb are regular.
Η κλίση αυτού του ρήματος είναι ομαλή.
regular adj(organization: proper, correct)ομαλός επίθ
εύρυθμος επίθ
It's Tim's job to ensure the regular operation of the systems in the factory.
Η δουλειά του Τιμ είναι να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία των συστημάτων του εργοστασίου.
regular adj(standard)απλός, κανονικός, βασικός, κλασικός, τυπικός, συμβατικός επίθ
συνηθισμένος μτχ πρκ
I just want a regular kettle, nothing fancy.
Θέλω έναν απλό βραστήρα, τίποτα εξεζητημένο.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
regular adjinformal (intensifier) (εμφατικός τύπος)κανονικός επίθ
Wendy's house is a regular treasure trove of old furniture.
Το σπίτι της Γουέντι είναι κανονικό θησαυροφυλάκιο από παλιά έπιπλα.
regular n(person: goes there often)τακτικός πελάτης, τακτική πελάτισσα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
(σε εστιατόριο, μπαρ)θαμώνας ουσ αρσ
συχνάζω ρ αμ
Andy is a regular in this bar; he comes in almost every night.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at regular intervals adv(periodically)σε τακτά χρονικά διαστήματα έκφρ
The nurse came in and checked his vital signs at regular intervals.
Η νοσοκόμα ερχόταν και έλεγχε τα ζωτικά σημεία του σε τακτά χρονικά διαστήματα.
at regular intervals adv(spaced out)σε τακτά διαστήματα επίρ
The hurdles were set up at regular intervals along the track.
Τα εμπόδια είχαν στηθεί σε τακτά διαστήματα κατά μήκος της διαδρομής.
on a regular basis adv(regularly)σε τακτική βάση, σε συστηματική βάση φρ ως επίρ
τακτικά, συστηματικά επίρ
The club meets on a regular basis and has a lot of members.
regular army n(permanent soldiers)τακτικός στρατός ουσ αρσ
regular course of business n(customary)συνήθεις συνθήκες δραστηριότητας φρ ως ουσ θηλ
regular customer n(frequent or loyal buyer)τακτικός πελάτης, τακτική πελάτισσα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
Because I'm a regular customer, the waiters always treat me well.
regular customer nslang, figurative (normal person)κανονικός άνθρωπος ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
From the looks of that guy, I'd say he's not a regular customer.
regular meeting n(scheduled)τακτική συνεδρίαση, τακτική συνάντηση επίθ + ουσ θηλ
regular verb n(verb that follows standard conjugation)ομαλό ρήμα επίθ + ουσ ουδ
Walk is a regular verb in English, but "be" is irregular. "Aimer" is a regular verb in French; "être" is irregular.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση regular way στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "regular way" στο Greek φόρουμ.

A regular in his way - English Only forum
By which way did they come here? Why didn't they come by that way( regular way) - English Only forum
your regular mountain goat way - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «regular way».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.