VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/research fellow

⇱ research fellow - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

research fellow


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο research παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: fellow
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
research nuncountable (investigation)έρευνα ουσ θηλ
The scientist is conducting research.
Ο επιστήμονας διεξάγει έρευνα.
research [sth] vtr(investigate)ερευνώ ρ μ
The police will research the suspect's record.
Η αστυνομία θα ερευνήσει το ιστορικό του υπόπτου.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
research vi(carry out research)κάνω έρευνα έκφρ
διεξάγω έρευνα έκφρ
ερευνώ ρ αμ
He has to research before he can write the essay.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
market research n(investigation into consumers' needs)έρευνα αγοράς φρ ως ουσ θηλ
Recent market research uncovered a consumer need for lower prices.
Medical Research Council nUK (government body)Συμβούλιο Ιατρικών Ερευνών φρ ως ουσ ουδ
MRC nUK, initialism (Medical Research Council)Συμβούλιο Ιατρικής Έρευνας φρ ως ουσ ουδ
operations research (US),
operational research (UK)
n
(mathematical engineering)επιχειρησιακή έρευνα επίθ + ουσ θηλ
R&D,
R & D,
R and D
n
abbreviation (research and development)έρευνα και ανάπτυξη φρ ως ουσ θηλ
My brother works in R&D at a large company in Silicon Valley.
research and development n(business: creation of new products, etc.)έρευνα και ανάπτυξη έκφρ
research associate,
Research Associate
n
(academic job)συνεργάτης ερευνητής, συνεργάτις ερευνήτρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
ερευνητής συνεργάτης, ερευνήτρια συνεργάτις φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
After earning her Master's degree, Kate took a job as a research associate at a major university.
research center (US),
research centre (UK)
n
(place for scientific investigation)ερευνητικό κέντρο επίθ + ουσ ουδ
I've heard that more than 300 scientists work at the university's research centre.
research facility n(place for scientific experimentation)ερευνητικό κέντρο, κέντρο ερευνών, εργαστήριο ουσ ουδ
research findings npl(discoveries of an investigation or study)ευρήματα της έρευνας, συμπεράσματα της έρευνας φρ ως ουσ ουδ
research laboratory n(place for scientific experimentation)εργαστήριο ερευνών ουσ ουδ
research library n(collection of print materials for research)έντυπο υλικό που χρησιμοποιείται σε έρευνα ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
research material n(publications consulted for research)έντυπο υλικό που χρησιμοποιείται σε έρευνα ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
research monograph n(academic study or paper)ερευνητική μονογραφία επίθ + ουσ θηλ
I'm reading a research monograph about the 'language' of bees.
research paper n(written study)έρευνα ουσ θηλ
research proposal n(outline of potential area of study)ερευνητική πρόταση επίθ + ουσ θηλ
research satellite n(device sent into space for observation)ερευνητικός δορυφόρος ουσ αρσ
research station n(place where science experiments are done)ερευνητικός σταθμός επίθ + ουσ αρσ
research study n(investigation, information-gathering) (επιστημονική)έρευνα ουσ θηλ
Recent research study has revealed that discrimination is still common in many workplaces.
research worker n(investigative scientist) (επιστημονικός)ερευνητής ουσ αρσ
space research n(scientific investigation of outer space)εξερεύνηση του διαστήματος έκφρ
survey research n(investigative questioning)έρευνα ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση research fellow στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «research fellow».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.