|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο sailing παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: school
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | sailing n | uncountable (activity, sport) | ιστιοπλοΐα ουσ θηλ | | Frank loves the water and he enjoys sailing. | | Ο Φρανκ λατρεύει το νερό και του αρέσει να κάνει ιστιοπλοΐα. | | sailing n | countable (scheduled voyage) | δρομολόγιο ουσ ουδ | | If we miss the boat, it's not a problem; there is another sailing at 3.15pm. | | sailing n | countable (start of a voyage) | απόπλους ουσ αρσ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | sail n | often plural (on boat: fabric that catches wind) | πανί ουσ ουδ | | (επίσημο) | ιστίο ουσ ουδ | | The sailor unfurled the sail. | | Ο ναύτης ξετύλιξε το πανί. | | sail⇒ vi | figurative (travel by ship) (οποιοδήποτε σκάφος) | πλέω ρ αμ | | ταξιδεύω με το πλοίο περίφρ | | (ιστιοφόρο) | αρμενίζω ρ αμ | | ταξιδεύω με το ιστιοφόρο περίφρ | | The family sailed to Calais. | | Η οικογένεια ταξίδεψε με ιστιοφόρο στο Καλαί. | | sail vi | (ship: travel) | ταξιδεύω, πηγαίνω ρ αμ | | πλέω ρ αμ | | (ιστιοφόρο) | αρμενίζω ρ αμ | | The ship is sailing to Portsmouth. | | Το πλοίο πηγαίνει στο Πόρτσμουθ. | | sail vi | (person: go sailing) | κάνω ιστιοπλοΐα, πάω για ιστιοπλοΐα περίφρ | | Marina is very adventurous; she likes to ski, sail and dive. | | Η Μαρίνα είναι πολύ περιπετειώδης. Της αρέσει να κάνει σκι, ιστιοπλοΐα και καταδύσεις. | | sail [sth]⇒ vtr | (manoeuvre a ship) | οδηγώ ρ μ | | The captain sailed the ship safely into harbour. | | Ο καπετάνιος οδήγησε το πλοίο με ασφάλεια στο λιμάνι. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | sail⇒ vi | figurative (move quickly and easily) (μτφ: τον αέρα, το νερό) | σχίζω ρ μ | | Paul threw the ball and it sailed through the air. | | sail vi | (set sail) | σαλπάρω ρ αμ | | αναχωρώ ρ αμ | | (λόγιος) | αποπλέω ρ αμ | | The ship sails at noon. | | sail [sth]⇒ vtr | (travel over [sth]) (οριζόντια: με γενική) | πλέω κατά μήκος περίφρ | | (κάθετα) | διαπλέω, διασχίζω ρ μ | | (πιο απλά) | περνάω, περνώ ρ μ | | The young yachtswoman sailed the English Channel. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Phrasal verbs | | Αγγλικά | Ελληνικά | | sail into [sb] vtr phrasal insep | figurative, informal (attack verbally) (καθομιλουμένη) | τη λέω σε κπ έκφρ | | (αργκό) | τα χώνω σε κπ έκφρ | | (επίσημο) | επιπλήττω ρ μ | | sail into [sth] vtr phrasal insep | figurative, informal (act vigorously) | κάνω κτ με ενθουσιασμό έκφρ | | (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρ | | Graham foolishly sailed into the project without a plan. | | sail through [sth] vtr phrasal insep | (easily endure, succeed easily) | κτ είναι παιχνιδάκι για μένα έκφρ | | (πχ για εξετάσεις) | περνάω χωρίς δυσκολία περίφρ | | (καθομιλουμένη) | κάνω περίπατο περίφρ | | Mark sailed through his driving test without any problems. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|