VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/scrub oak

⇱ scrub oak - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

scrub oak


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο scrub παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: oak
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scrub [sth/sb] vtr(rub to clean)τρίβω ρ μ
Lucy scrubbed the floor.
Η Λούσι έτριψε το πάτωμα.
scrub [sth/sb] with [sth] vtr + prep(rub with [sth] to clean)τρίβω κτ/κπ με κτ ρ μ + πρόθ
Marc scrubbed his face with a flannel to remove the dirt.
Ο Μαρκ έτριψε το πρόσωπό του με μια πετσέτα για να απομακρύνει τη βρωμιά.
scrub at [sth] vi + prep(try to clean [sth] by rubbing)τρίβω ρ μ
Abigail scrubbed at the wall, but the graffiti would not come off.
Η Άμπιγκεϊλ έτριβε τον τοίχο αλλά το γκράφιτι δεν έλεγε να φύγει.
scrub at [sth] vi + prep(rub [sth] to clean it)τρίβω ρ μ
Paul scrubbed at the stain on the sofa with a paper towel.
scrub n(shrubs, small trees together)θάμνοι ουσ αρσ πλ
χαμόδεντρα ουσ ουδ πλ
The moorland was bleak and nothing but scrub grew there.
Ο χερσότοπος ήταν αφιλόξενος και μονάχα θάμνοι φύτρωναν εκεί.
scrub n(bush, shrubby area)θαμνότοπος ουσ αρσ
There was some scrub between the forest and the open fields.
Υπήρχε ένας θαμνότοπος ανάμεσα στο δάσος και τα λιβάδια.
scrub n(exfoliating product)σκραμπ ουσ ουδ άκλ
προϊόν απολέπισης φρ ως ουσ ουδ
κρέμα απολέπισης φρ ως ουσ θηλ
Using a scrub is the gentlest way to exfoliate.
Η χρήση ενός σκραμπ είναι ο ηπιότερος τρόπος για να κάνει κανείς απολέπιση.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scrub nUS (sports: substitute player)αναπληρωματικός επίθ ως ουσ
Ned isn't on the first team; he's one of the scrubs.
scrub n(act of scrubbing)τρίψιμο ουσ ουδ
The kitchen floor is filthy; a scrub would get it clean.
scrubs npl(surgical clothing)ρούχα εφημερίας φρ ως ουσ ουδ πλ
ιατρικά ρούχα επίθ + ουσ ουδ πλ
(χειρουργείο)χειρουργικά ρούχα επίθ + ουσ ουδ πλ
The doctors were wearing scrubs.
scrub [sth] vtrinformal (cancel)αφήνω, ξεχνάω, ξεχνώ ρ μ
(αργκό, χυδαίο)χέζω ρ μ
So, if we could meet on Tuesday. No, hang on, scrub that; let's make it Thursday.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
scrub [sth/sb] down,
scrub down [sth/sb]
vtr phrasal sep
(clean thoroughly)πλένω καλά, τρίβω καλά ρ μ + επίρ
(μεταφορικά)γδέρνω στο πλύσιμο έκφρ
scrub [sth] out vtr phrasal sep(clean by rubbing)απομακρύνω κτ με τρίψιμο έκφρ
τρίβω κτ για να βγει έκφρ
These water stains are impossible to scrub out.
scrub [sth] out vtr phrasal sep(erase by rubbing)σβήνω ρ μ
The teacher scrubbed out the list of vocabulary she had written on the board.
scrub up vi phrasal(wash before performing surgery) (για χειρουργούς)απολυμαίνομαι ρ αμ
The doctor scrubbed up before going into the operating theatre.
scrub up vi phrasalfigurative, humorous, slang (make yourself look presentable) (μτφ: ευπρεπίζομαι)σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι ρ μ αυτοπαθ
(μεταφορικά)εξανθρωπίζομαι ρ μ αυτοπαθ
γίνομαι άνθρωπος έκφρ
Σχόλιο: Commonly followed by an adverb
Janet was surprised by how nice Tom looked once he had dressed for the ball; he scrubbed up nicely.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
body scrub n(exfoliating product)προϊόν απολέπισης σώματος περίφρ
(καθομιλουμένη)σκραμπ για το σώμα περίφρ
I use a body scrub twice a week to remove dead skin cells.
facial scrub n(exfoliating product for face)scrub προσώπου, scrub απολέπισης προσώπου φρ ως ουσ ουδ
Use a facial scrub to remove impurities from the skin.
scrub brush,
scrubbing brush
n
(stiff-bristled brush) (για τρίψιμο)βούρτσα ουσ θηλ
The only way to get the stain off the carpet is with a scrubbing brush and plenty of detergent.
scrub nurse (surgical nurse)νοσηλευτής/νοσηλεύτρια χειρουργείου ουσ αρσ/θηλ + ουσ
scrub [sth] off,
scrub off [sth],
scrub [sth] away,
scrub away [sth]
vtr + adv
(remove by washing by hand) (έμφαση στο καθάρισμα)απομακρύνω ρ μ
βγάζω ρ μ
(έμφαση στο τρίψιμο)τρίβω κτ για να φύγει περίφρ
απομακρύνω κτ τρίβοντάς το περίφρ
sugar scrub n(exfoliating product for the body)σκραπ ζάχαρης φρ ως ουσ ουδ
απολεπιστικό ζάχαρης φρ ως ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση scrub oak στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «scrub oak».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.