VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/steal off

⇱ steal off - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

steal off


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο steal παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: off
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steal [sth] vtr(take unlawfully)κλέβω ρ μ
The thieves stole my car!
Οι κλέφτες έκλεψαν το αυτοκίνητό μου!
steal vi(commit theft)κλέβω ρ αμ
He was caught stealing from the shop.
Τον έπιασαν να κλέβει από το μαγαζί.
steal [sth] from [sth/sb] vtr + prep(take [sth] illicitly from)κλέβω κτ από κπ/κτ ρ μ + πρόθ
The little boy stole sweets from the corner shop.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a steal ninformal, figurative (bargain)ευκαιρία ουσ θηλ
(μεταφορικά, καθομ)τσάμπα επίθ
This dress was a steal; I got it for two-thirds off!
Αυτό το φόρεμα ήταν ευκαιρία! Το πήρα με έκπτωση στο ένα τρίτο της τιμής!
Τσάμπα ήταν το φόρεμα! Το πήρα με έκπτωση στο ένα τρίτο της τιμής!
steal nUS, informal (easy task) (καθομιλουμένη)ευκολάκι, παιχνιδάκι ουσ ουδ
This job will be a steal. We'll get it done in forty-five minutes.
steal vi(move silently) (μεταφορικά)γλιστρώ ρ αμ
σιγοπερπατώ ρ αμ
She quickly stole across the room to get her purse without waking him.
steal [sth] vtr(obtain by ruse)κλέβω ρ μ
(επίσημο)αποσπώ ρ μ
That conman stole five hundred pounds from me.
steal [sth] vtr(baseball: steal a base) (μπέιζμπολ: μια βάση)κλέβω ρ μ
The runner stole second base before the catcher could react.
steal [sth] vtrinformal, humorous (take, borrow) (χιουμοριστικό)κλέβω ρ μ
I've forgotten my pen! Can I steal one of yours?
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
steal away vi phrasal(leave discreetly, escape)φεύγω διακριτικά/κρυφά, ξεγλυστράω έκφρ
The burglar stole away from the back of the house before anyone saw him.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
steal a glance at [sth/sb] v expr(look quickly, furtively at)ρίχνω κλεφτή ματιά σε κάποιον έκφρ
She stole a glance at him when she thought he wasn't looking.
steal a march v exprfigurative (gain an advantage) (μεταφορικά)παίρνω προβάδισμα έκφρ
αποκτώ πλεονέκτημα περίφρ
steal from [sth/sb] vi + prep(take [sth] illicitly from)κλέβω από έκφρ
The little boy stole sweets from the corner shop.
Το μικρό αγόρι έκλεψε καραμέλες από το γωνιακό μαγαζί.
steal [sb]'s thunder v expr(take attention from [sb](μεταφορικά)κλέβω τη δόξα έκφρ
Harry was delighted when he passed his driving test, but his brother stole his thunder by getting engaged on the same day.
steal [sb]'s thunder v expr(take credit for [sb]'s achievement) (για κάτι που δεν έκανα)παίρνω τα εύσημα έκφρ
Rachel was proud of the work she'd done, but her boss stole her thunder by announcing the results of her research as his own.
steal the limelight v exprfigurative (take attention)κλέβω την παράσταση έκφρ
steal the limelight from [sb] v exprfigurative (take attention away)κλέβω την παράσταση από κπ έκφρ
steal the show,
steal the scene
v expr
figurative (be the most impressive)κλέβω την παράσταση έκφρ
At the 2010 Oscars, "The Hurt Locker" stole the show.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση steal off στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "steal off" στο Greek φόρουμ.

Knock over versus Knock off (meaning to rob, to steal) - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «steal off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.