VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/stroke oar

⇱ stroke oar - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

stroke oar


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο stroke παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: oar
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stroke n(medical: apoplexy) (ιατρική)εγκεφαλικό επεισόδιο επίθ + ουσ ουδ
εγκεφαλική συμφόρηση επίθ + ουσ θηλ
(καθομιλουμένη)εγκεφαλικό επίθ ως ουσ ουδ
My grandfather died of a stroke.
Ο παππούς μου πέθανε από εγκεφαλικό.
stroke n(swing)χτύπημα ουσ ουδ
(με τσεκούρι)τσεκουριά ουσ θηλ
It took three strokes of the axe to cut the log in two.
Χρειάστηκαν τρία χτυπήματα με το τσεκούρι για να κοπεί το κούτσουρο στα δύο.
Χρειάστηκαν τρεις τσεκουριές για να κοπεί το κούτσουρο στα δύο.
stroke n(act of striking)χτύπημα ουσ ουδ
He received 40 strokes of the whip as punishment.
Για τιμωρία δέχτηκε 40 χτυπήματα με το μαστίγιο.
stroke n(sport: hit, swing)βολή ουσ θηλ
The golfer's stroke could be improved upon.
Η βολή του παίκτη του γκολφ θα μπορούσε να βελτιωθεί.
stroke n(caress)χάδι ουσ ουδ
The groom soothed the horse with long, firm strokes.
stroke n(movement: swimming, rowing) (κολύμβηση)χεριά ουσ θηλ
απλωτή ουσ θηλ
(σπάνιο: κωπηλασία)κουπιά ουσ θηλ
The swimmer had a powerful stroke that propelled him forward.
stroke n(swimming: type of movement) (κολύμβησης)στυλ ουσ ουδ άκλ
Mike's favorite stroke was the crawl.
stroke [sth/sb] vtr(rub, caress)χαϊδεύω ρ μ
(παλαιό, επίσημο)θωπεύω ρ μ
She stroked the cat's fur.
Χάιδεψε το τρίχωμα της γάτας.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stroke ndated (heartbeat)χτύπος ουσ αρσ
(επίσημο)παλμός, σφυγμός ουσ αρσ
The basketball player was so nervous that he could feel the strokes of his heart.
stroke n(dab of a paintbrush)πινελιά ουσ θηλ
Painting the sky took many strokes.
stroke n(drawing, writing: line or mark)μολυβιά ουσ θηλ
(συνεχόμενη γραμμή)μονοκοντυλιά ουσ θηλ
The letter T is formed with two strokes of the pen.
stroke n(act of stroking)κίνηση ουσ θηλ
We learned some new massage strokes in class.
stroke n(movement of piston) (μτφ: μηχανολογία)χρόνος ουσ αρσ
How long does it take the engine to complete a stroke?
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at the stroke of [sth],
on the stroke of [sth]
prep
(at exactly: a given hour)ακριβώς επίρ
(καθομιλουμένη)νταν επίρ
The party ended at the stroke of midnight.
Το πάρτι τελείωσε μεσάνυχτα νταν.
breaststroke,
breast-stroke
n
(face-down swimming stroke)πρόσθιο ουσ ουδ
Alina prefers breaststroke because she doesn't have to put her head in the water.
brush stroke,
brushstroke
n
(movement of a brush)πέρασμα της βούρτσας περίφρ
(καθομιλουμένη)βουρτσιά ουσ θηλ
(βάψιμο, πινέλο)πινελιά ουσ θηλ
brush stroke,
brushstroke
n
(mark made by a paintbrush)πινελιά ουσ θηλ
I prefer painting walls with a roller because otherwise you can see all my brush strokes.
four-stroke engine,
also US: four-cycle engine
n
(internal combustion engine)τετράχρονος κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
κινητήρας τεσσάρων χρόνων φρ ως ουσ αρσ
heatstroke,
heat stroke
n
(overheating of the body)θερμοπληξία ουσ θηλ
In these temperatures, it is best to wear a hat and drink plenty of water to avoid heatstroke.
ischemic stroke (US),
ischaemic stroke (UK)
n
(cerebrovascular accident)ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο φρ ως ουσ ουδ
ισχαιμικό εγκεφαλικό επίθ + ουσ ουδ
pencil stroke n(mark made by a pencil)μολυβιά ουσ θηλ
I wanted to be a writer but I stopped after the first pencil stroke.
stroke of genius n(brilliant idea)πανέξυπνη ιδέα, καταπληκτική ιδέα, μεγαλειώδης ιδέα επίθ + ουσ θηλ
(καθομ, ανεπίσημο, μτφ)επιφοίτηση ουσ θηλ
stroke of luck n(fortunate occurrence)καλή τύχη επίθ + ουσ θηλ
καλοτυχία ουσ θηλ
(επίσημο)ευτυχής συγκυρία επίθ + ουσ θηλ
(καθομιλουμένη, προσβλητικό)κωλοφαρδία ουσ θηλ
By a stroke of luck, I found a parking space on the crowded street.
It was a stroke of luck that brought us together.
Ήταν καλή τύχη που βρήκα θέση να παρκάρω στον πολυσύχναστο δρόμο.
stroke of work n(bit of work)δουλειά ουσ θηλ
λίγη δουλειά επίθ + ουσ θηλ
ελάχιστη δουλειά επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες αποδόσεις που ενδέχεται να ταιριάζουν κατά περίπτωση.
two-cycle (US),
two-stroke (UK)
adj
(relating to certain engine type)δίχρονος επίθ
two-stroke engine,
also US: two-cycle engine
n
(internal-combustion engine)κινητήρας δύο χρόνων φρ ως ουσ αρσ
δίχρονος κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stroke oar στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stroke oar».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.