VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/tongs

⇱ tongs - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


tongs

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtɒŋz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/tɔŋz, tɑŋz/ ,USA pronunciation: respelling(tôngz, tongz)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tongs npl(cooking utensil)λαβίδα ουσ θηλ
τσιμπίδα ουσ θηλ
Remove the corn from the boiling water with tongs.
tongs npl(utensil used for grasping)λαβίδα ουσ θηλ
τσιμπίδα ουσ θηλ
The nurse used tongs to place the specimen in the container.
tongs npl(hairstyling tool) (για μπούκλες)ψαλίδι ουσ ουδ
(παλαιό)μασιά ουσ θηλ
These small tongs can be used to get tiny curls.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tong n(Chinese secret society)κινεζική μαφία εκτός Κίνας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
The police arrested several tongs on charges of extortion.
tong [sth] vtr(seize with tongs)πιάνω κτ με τσιμπίδα έκφρ
My dad tonged the logs in the fire and it began to blaze again.
tong [sth] vtr(curl hair with tongs) (με ψαλίδι μαλλιών)κατσαρώνω ρ μ
κάνω μπούκλες ρ μ + ουσ θηλ πλ
My mom is helping me tong my hair to get ready for the prom tonight.
Η μαμά με βοηθάει να κάνω μπούκλες τα μαλλιά μου για να ετοιμαστώ για τον αποψινό χορό αποφοίτησης.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tongs' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tongs στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "tongs" στο Greek φόρουμ.

a front for the Tongs - English Only forum
Hammer and Tongs - English Only forum
pair of <tongs> - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tongs».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.