VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/working relationship

⇱ working relationship - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

working relationship


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο relationship παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: working
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
relationship n(family connection)σχέση, συγγένεια ουσ θηλ
What is her relationship to you? Is she a cousin?
Τι σχέση (or: συγγένεια) έχετε; Είναι ξαδέρφη σου;
relationship n(romantic involvement)δεσμός ουσ αρσ
σχέση ουσ θηλ
We have been in a relationship for three years and we plan to get married.
Έχουμε δεσμό τρία χρόνια και σχεδιάζουμε να παντρευτούμε.
Έχουμε σχέση τρία χρόνια και σχεδιάζουμε να παντρευτούμε.
relationship n(logical connection)σχέση ουσ θηλ
συσχετισμός ουσ αρσ
Is there a relationship between car exhaust fumes and global warming?
Υπάρχει σχέση ανάμεσα στα καυσαέρια των αυτοκινήτων και την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη;
Υπάρχει συσχετισμός ανάμεσα στα καυσαέρια των αυτοκινήτων και στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη;
relationship n(tie, connection to [sth])σχέση ουσ θηλ
Do you have any relationship with the company that you are recommending to us?
Έχεις καμία σχέση με την εταιρεία που μας προτείνεις;
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
relationship n(emotional connection)σχέση ουσ θηλ
Like most twins, Fred and Georgette have a very close relationship.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
harmonious relationship n(agreement, lack of discord)αρμονική σχέση έκφρ
After 50 years of marriage, theirs was still the most harmonious relationship I have known.
long-distance relationship n(romance while far apart)σχέση εξ αποστάσεως φρ ως ουσ θηλ
The couple have been in a long-distance relationship for the past two years.
personal relationship n(intimacy or friendship)προσωπική σχέση επίθ + ουσ θηλ
professional relationship n(interaction with colleague or work partner)επαγγελματική σχέση επίθ + ουσ θηλ
relationship status n(whether one is single, married, etc.)οικογενειακή κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση working relationship στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "working relationship" στο Greek φόρουμ.

concluded vs terminated vs finished her working relationship - English Only forum
Hiring / working relationship - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «working relationship».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.