VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/BM

⇱ BM - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
BM ninitialism (physiology: basal metabolism)βασικός μεταβολισμός επίθ + ουσ αρσ
BM nwritten, initialism (surveying: benchmark)σημείο αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
BM nUS, initialism (black male)μαύρος άνδρας επίθ + ουσ αρσ
BM ninitialism (bowel movement)κένωση του εντέρου φρ ως ουσ θηλ
BM,
B.M.,
MB
n
initialism (degree: Bachelor of Medicine)πτυχία ιατρικής φρ ως ουσ ουδ
BM,
B.M.,
BMus
n
initialism (degree: Bachelor of Music)πτυχίο μουσικής φρ ως ουσ ουδ
BM,
B.M.
n
initialism (British Museum)Βρετανικό Μουσείο επίθ + ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση BM στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "BM" στο Greek φόρουμ.

BM [Brigade Major] - English Only forum
BM School and produce immense logs - English Only forum
making stool or bm/excreting stool or bm - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «BM».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.