VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/addicting

⇱ addicting - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
addict n([sb] dependent on a drug) (σε ναρκωτικά)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
(καθομιλουμένη)χρήστης ουσ αρσ
(αργκό)πρεζόνι ουσ ουδ
The house was used mostly by heroin addicts and prostitutes.
addict n([sb] obsessed by an activity) (σε δραστηριότητα)εθισμένος, κολλημένος μτχ πρκ
(μτφ:πάθος, εμμονή σε κάτι)μανιακός επίθ
He's a ceramics addict - he never stops buying old pots and china.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
addict [sb] vtr(cause dependence on drug)προκαλώ εθισμό σε κπ έκφρ
προκαλώ εξάρτηση σε κπ έκφρ
Nicotine is the substance in cigarettes that addicts people to smoking.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
drug addict n(person dependent on a substance)τοξικομανής, ναρκομανής επίθ ως ουσ
ουσιοεξαρτημένος, τοξικοεξαρτημένος μτχ πρκ
A lot of drug addicts commit burglaries to fund their habit.
Πολλοί ναρκομανείς διαπράττουν κλοπές, προκειμένου να συντηρήσουν τον εθισμό τους.
heroin addict n([sb] dependent on heroin)ηρωΐνομανής ουσ αρσ
His parents knew he was a heroin addict, but were still devastated when they learned he had died of an overdose.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση addicting στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "addicting" στο Greek φόρουμ.

addicting - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «addicting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.