VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/aided

⇱ aided - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: aided, aid

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aided,
-aided
adj
(with the assistance of)βοηθούμενος από κτ, υποβοηθούμενος από κτ επίθ + πρόθ
με τη βοήθεια περίφρ
με βοήθεια περίφρ
Σχόλιο: Usually used in combination
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aid n(help)βοήθεια ουσ θηλ
(επίσημο)αρωγή ουσ θηλ
When she was sick, Linda asked her neighbors for aid.
Όταν η Λίντα ήταν άρρωστη, ζήτησε βοήθεια από τους γείτονές της.
aid n(medical assistance or treatment)φροντίδα ουσ θηλ
περίθαλψη ουσ θηλ
(σε έκτακτη ανάγκη)βοήθεια ουσ θηλ
When the patient collapsed, the nurse rushed to his aid.
Όταν κατέρρευσε ο ασθενής η νοσηλεύτρια έτρεξε να του προσφέρει βοήθεια.
aid [sb] vtr(help)βοηθάω, βοηθώ ρ μ
(καθομ, παλαιό)συντρέχω ρ μ
It's important to aid friends when they are in need.
Είναι σημαντικό να βοηθάμε τους φίλους μας όταν το έχουν ανάγκη.
aid [sb] in doing [sth] v expr(help)βοηθάω κπ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ ρ μ
Rosa aided her brother in starting his business.
Her parents' financial contribution aided Joy in buying the house.
Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
aided | aid
ΑγγλικάΕλληνικά
computer-aided adj(with assistance of a computer)με υπολογιστή περίφρ
με τη βοήθεια υπολογιστή περίφρ
computer-aided design,
Computer-Aided Design
n
(CAD: product designing using computers)υποβοηθούμενη σχεδίαση από υπολογιστή φρ ως ουσ θηλ
σχεδίαση υποβοηθούμενη από υπολογιστή φρ ως ουσ θηλ
computer-aided drafting n(use of 3D software in design)σχεδίαση με υπολογιστή, σχεδίαση με ηλεκτρονικό υπολογιστή, σχεδίαση με Η/Υ περίφρ
σχεδιασμός υποβοηθούμενος από υπολογιστή περίφρ
(συντομογραφία)CAD ουσ ουδ άκλ
grant-aided adj(receiving financial aid)επιχορηγούμενος επίθ
που λαμβάνει ενίσχυση περίφρ
(φοιτητής)που λαμβάνει υποτροφία περίφρ
υπότροφος ουσ ως επίθ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aided' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aided στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «aided».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.