VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/blended

⇱ blended - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


blended

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblendɪd/

From the verb blend: (⇒ conjugate)
blended is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: blended, blend

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blended adj(whiskey: mixed)blended επίθ άκλ
John prefers a single malt to a blended whiskey.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blend n(mixture)μείγμα, μίγμα ουσ ουδ
συνδυασμός ουσ αρσ
μείξη, μίξη ουσ θηλ
(καφές, τσάι)χαρμάνι ουσ ουδ
The blend of fruits and vegetables in this smoothie makes it very healthy.
Ο συνδυασμός των φρούτων και των λαχανικών κάνει αυτό το smoothie πολύ υγιεινό.
blend [sth] vtr(combine thoroughly)ανακατεύω ρ μ
αναμειγνύω, αναμιγνύω ρ μ
Blend the ingredients to make a smooth batter.
Ανακάτεψε τα υλικά για να φτιάξεις ένα λείο κουρκούτι.
blend [sth] into [sth] vtr + prep(merge into) (χρώμα, σταδιακά)σβήνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
Blend the blue paint into the green using a soft brush.
Σβήσε το μπλε με το πράσινο χρησιμοποιώντας ένα μαλακό πινέλο.
blend with [sth] vi + prep(color, etc.: merge imperceptibly)σβήνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
αναμιγνύομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
The point where orange blends with yellow in this painting is very gradual.
blend [sth] with [sth] vtr + prep(mix) (κάτι με κάτι)ανακατεύω, αναμιγνύω ρ μ
You can blend flour with a little water to make glue.
blend [sth] vtr(tea, etc.: mix to create new flavor)ανακατεύω, αναμειγνύω, αναμιγνύω ρ μ
συνδυάζω ρ μ
(από κτ)φτιάχνω χαρμάνι περίφρ
The tea shop downtown blends green tea and herbal tea to make their signature mix.
Το κατάστημα τσαγιού στο κέντρο της πόλης αναμειγνύει πράσινο τσάι με τσάι από βότανα για να φτιάξει το χαρακτηριστικό ρόφημά του.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blend n(portmanteau)συνδυασμός ουσ αρσ
μείξη, μίξη ουσ θηλ
(επίσημο)σύμμειγμα ουσ ουδ
The word "cronut" is a blend of the words "croissant" and "donut."
blend vi(look pleasing together) (μεταφορικά)δένω ρ αμ
πηγαίνω, ταιριάζω ρ αμ
The new chair blends nicely in this room.
blend [sth] vtr(phonics: combining letter sounds)ενώνω ρ μ
Children learn the sounds of individual letters before being taught to blend them together.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
blend in vi phrasal(be mixed)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μ
Add the flour to your sauce and whisk until it has blended in.
blend in vi phrasal(be camouflaged)κρύβομαι ανάμεσα σε κτ περίφρ
καμουφλάρομαι ρ αμ
I thought my cat was lost, but he had just blended in among all the stuffed animals on my daughter's bed.
Νόμιζα ότι χάθηκε ο γάτος μου, αλλά εντέλει είχε κρυφτεί ανάμεσα στα λούτρινα ζωάκια που βρίσκονται στο κρεβάτι της κόρης μου.
blend in with [sth] vi phrasal + prepfigurative (fit, match)ταιριάζω με κτ ρ αμ + πρόθ
εναρμονίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
Her new sofa blends in perfectly with the rest of her stylish apartment decor.
Ο νέος της καναπές ταιριάζει άψογα με την υπόλοιπη στυλάτη διακόσμηση στο διαμέρισμά της.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
blended | blend
ΑγγλικάΕλληνικά
blended approach n(combined strategy)μικτή προσέγγιση, μεικτή προσέγγιση επίθ + ουσ θηλ
blended family n(stepfamily from remarriage, etc.)μεικτή οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
ανασυσταμένη οικογένεια επίθ + ουσ θηλ
blended learning n(learning in classroom and online)συνδυασμένη μέθοδος διδασκαλίας ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blended' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blended στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "blended" στο Greek φόρουμ.

cultural blended palace of knowledge - English Only forum
custom-blended creams and serums - English Only forum
has blended the concerns and methods of Pop - English Only forum
mixed or blended culture - English Only forum
patchwork family / blended family - English Only forum
reeked as with blended roses - English Only forum
Shaken, blended or beaten - English Only forum
this blended/mixed/conbined style - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «blended».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.