VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/blindness

⇱ blindness - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


blindness

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈblaɪndnɪs/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blindness n(lack of sight) (απώλεια όρασης)τύφλωση ουσ θηλ
If untreated, glaucoma can lead to blindness.
Εάν δεν θεραπευτεί το γλαύκωμα, μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
blindness nfigurative (lack of perception)άγνοια ουσ θηλ
(καθομιλουμένη, μεταφορικά)μαύρα μεσάνυχτα έκφρ
(σπάνιο, μεταφορικά, λαϊκό)τύφλα, τυφλαμάρα ουσ θηλ
His blindness to the difficulties actually helped him succeed.
Η άγνοια των δυσκολιών τον βοήθησε, στην ουσία, να πετύχει.
Έχει μαύρα μεσάνυχτα όσον αφορά τις δυσκολίες και αυτό τον βοήθησε, στην ουσία, να πετύχει.
Δεν ήξερε την τύφλα του για τις δυσκολίες και αυτό τον βοήθησε, στην ουσία, να πετύχει.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
color blindness (US),
colour blindness (UK)
n
(medical condition)αχρωματοψία ουσ θηλ
color blindness (US),
colour blindness (UK)
n
figurative (lack of racial prejudice) (έλλειψη ρατσισμού)ίση αντιμετώπιση ανεξαρτήτως χρώματος, ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως χρώματος περίφρ
dyslexia,
alexia,
word blindness
n
(difficulty learning to read)δυσλεξία ουσ θηλ
Eva dislikes reading novels because she has dyslexia.
hemeralopia,
day blindness
n
(poor daylight vision)ημεραλωπία ουσ θηλ
night blindness n(inability to see in low lighting)κακή νυχτερινή όραση έκφρ
onchocerciasis nformal (eye and skin disease)ογχοκερκίαση ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blindness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blindness στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "blindness" στο Greek φόρουμ.

blinking back my blindness - English Only forum
He wakes up from his blindness - English Only forum
strike with <a> blindness - English Only forum
testosterone blindness - English Only forum
We knew the class affiliation, the class blindness of the United States... - English Only forum
without her blindness - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «blindness».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.