VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/charred

⇱ charred - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


charred

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtʃɑːrd/

From the verb char: (⇒ conjugate)
charred is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: charred, char

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
charred adj(blackened by fire)μαυρισμένος, καρβουνιασμένος επίθ
Brent tried to make breakfast for his wife, but the eggs were runny and the toast was charred.
charred adj(cooked by searing)καψαλισμένος επίθ
Our special tonight is charred mahi with a spicy sauce and broccoli.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
char [sth] vtr(cookery: scorch, sear)καίω ρ μ
(μεταφορικά)καρβουνιάζω ρ μ
Be careful or you'll char the onions.
Πρόσεξε, αλλιώς θα κάψεις τα κρεμμύδια.
char [sth] vtr(singe accidentally)καίω ρ μ
You've charred my best table with your filthy cigarettes!
Έκαψες το καλύτερο τραπέζι μου με τα βρωμοτσίγαρά σου!
char nUK, regional, informal, dated (tea)τσάι ουσ ουδ
Let's have a nice cuppa char, Doris.
char,
charlady
n
UK, dated (cleaning lady)καθαρίστρια ουσ θηλ
The char comes every Thursday to clean.
char,
charr,
plural: char,
charr
n
(fish: northern waters)αρκτοσαλβελίνος ουσ αρσ
Julia is fishing for char.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
char,
char.
n
abbreviation, written (character) (σε βιβλίο)χαρακτήρας ουσ αρσ
Some writers start planning their novels by making a char list.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
char |
ΑγγλικάΕλληνικά
charabanc,
char-à-banc
n
historical, French (long horse-drawn carriage)άμαξα ουσ θηλ
chargrilled,
char-grilled,
also US: charbroiled
adj
(cooked on a charcoal grill)ψημένος στα κάρβουνα περίφρ
στα κάρβουνα περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'charred' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση charred στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "charred" στο Greek φόρουμ.

Charred lace - English Only forum
charred-out - English Only forum
the food charred and smelt smoky - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «charred».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.