VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/cluttered

⇱ cluttered - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


cluttered

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈklʌtərd/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: cluttered, clutter

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cluttered adj(room: untidy, overfull) (με πολλά πράγματα)ακατάστατος επίθ
(μεταφορικά)πηγμένος επίθ
πήχτρα ουσ ως επίθ
The kitchen was cluttered but cheerful and bright.
Η κουζίνα ήταν ευχάριστη και φωτεινή παρότι ήταν ακατάστατη.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clutter nuncountable (mess, disorderly heap)χάος ουσ ουδ
χαμός ουσ αρσ
ακαταστασία ουσ θηλ
I'm surprised you can find anything among all that clutter in your room.
Απορώ που βρίσκεις το ο,τιδήποτε μέσα σε όλο αυτό το χάος στο δωμάτιό σου.
clutter nuncountable (disorderly state)χάος ουσ ουσ
Lindsay prefers the tranquility of the countryside to the clutter of the city.
clutter [sth] vtr(make messy) (ανάκατα πράγματα)γεμίζω ρ μ
φορτώνω ρ μ
(αλλάζω θέση)ανακατεύω ρ μ
(πιο γενικά)κάνω κτ άνω κάτω έκφρ
Don't clutter my desk with your paperwork!
Μην μου γεμίζεις το γραφείο με χαρτιά!
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
clutter [sth] up,
clutter up [sth]
vtr phrasal sep
informal (fill untidily) (με ακατάστατο τρόπο)γεμίζω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
σωριάζω κτ σε κτ ρ μ
Please take your belongings with you. You don't need to clutter up my car.
Σε παρακαλώ, πάρε μαζί σου τα υπάρχοντά σου. Δεν χρειάζεται να γεμίζεις το αμάξι μου.
Σε παρακαλώ, πάρε μαζί σου τα υπάρχοντά σου. Δεν χρειάζεται να τα σωριάζεις στο αμάξι μου.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cluttered στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "cluttered" στο Greek φόρουμ.

A cluttered desk is a/the sign of a cluttered mind. - English Only forum
basement filled/cluttered/stuffed/crammed with... - English Only forum
cluttered ceilings in caves - English Only forum
Cluttered Mind - English Only forum
Cluttered with relative independents - English Only forum
congested/cluttered programme - English Only forum
Cramped vs cluttered - English Only forum
to become less cluttered - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cluttered».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.