VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/divinely

⇱ divinely - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


divinely

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈvaɪnli/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
divinely adv(with influence of gods)θεϊκά επίρ
Kings used to believe themselves divinely appointed.
divinely advfigurative (pleasing, extremely well)υπέροχα, εκπληκτικά επίρ
ευχάριστα επίρ
(μεταφορικά)θεϊκά επίρ
This fashion designer's new range is divinely modern.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση divinely στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "divinely" στο Greek φόρουμ.

divinely foolish - English Only forum
divinely mandated rights. - English Only forum
divinely ordered - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «divinely».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.