VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/engorged

⇱ engorged - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


engorged

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈgɔːrdʒd/

From the verb engorge: (⇒ conjugate)
engorged is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: engorged, engorge

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engorged adj(swollen)πρησμένος μτχ πρκ
διογκωμένος μτχ πρκ
διεσταλμένος μτχ πρκ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engorge [sth] vtr(make full or swollen with fluid)ξεχειλίζω ρ μ
(ιατρική: υγρά σε όργανο)προκαλώ συμφόρηση περίφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engorged στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "engorged" στο Greek φόρουμ.

engorged penis - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «engorged».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.