VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/guide rope

⇱ guide rope - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

guide rope


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο guide παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: rope
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'guide rope' παραπέμπει στον όρο ''guide rope''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'guide rope' is cross-referenced with ''guide rope''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: guide, scout

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
guide [sb] vtr(lead)οδηγώ, καθοδηγώ ρ μ
(αξιοθέατα, τουρισμός)ξεναγώ ρ μ
We need someone to guide us around the sights of Paris.
Χρειαζόμαστε κάποιον να μας ξεναγήσει στα αξιοθέατα του Παρισιού.
guide n(leader: tour)οδηγός, ξεναγός ουσ αρσ/θηλ
She was employed as a guide in the museum.
Δουλεύει ως οδηγός (or: ξεναγός) στο μουσείο.
guide n(leader: geography)οδηγός ουσ αρσ/θηλ
The explorers were led by a native guide.
Τους εξερευνητές καθοδηγούσε ένας ντόπιος οδηγός.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
guide n(leader: process)καθοδηγητής, καθοδηγήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
οδηγός ουσ αρσ/θηλ
(συνηθέστερο)καθοδηγώ ρ μ
The man over there will be your guide through the process.
guide n(reference) (μεταφορικά)οδηγός ουσ αρσ
Σχόλιο: ΄Οταν το ουσιαστικό 'οδηγός' δεν αναφέρεται σε ανθρώπους είναι μόνο αρσενικού γένους.
Use a spirit-level as a guide when laying bricks.
guide n(machine part) (μεταφορικά)οδηγός ουσ αρσ
Make sure to lay the board against the guide before you cut it with the saw.
guide n(guidebook)οδηγός ουσ αρσ
We looked up the train times in the guide.
guide n(guidepost)οδηγός ουσ αρσ
They placed piles of stones along the trail, as guides.
guide n(manual)οδηγός ουσ αρσ
εγχειρίδιο ουσ ουδ
The machine came with a twenty-page guide.
guide,
Guide
n
UK (girl scout: member of girls' youth group) (οδηγισμός)οδηγός ουσ θηλ
In the UK, Guides often wear a blue polo shirt with red sleeves.
guide [sb] vtr(steer)οδηγώ, καθοδηγώ ρ μ
The locals will guide you safely through the forest.
guide [sb] vtr(advise)καθοδηγώ ρ μ
She has economists to guide her in drawing up her policy on tax.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scout,
Scout,
boy scout,
Boy Scout
n
(member of boys' youth group)πρόσκοπος ουσ αρσ
Matthew is a scout.
Ο Μάθιου είναι πρόσκοπος.
Girl Scout,
Scout (US),
Girl Guide,
Guide (UK)
n
(member of girls' youth group)πρόσκοπος, προσκοπίνα ουσ θηλ
Paula is a scout.
Η Πόλα είναι πρόσκοπος.
scout n(person sent ahead)ανιχνευτής, ανιχνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
The commanding officer sent two soldiers out as scouts to see if the way was clear.
scout vi(search, explore)ερευνώ, εξερευνώ ρ μ
κάνω έρευνα, κάνω αναζήτηση περίφρ
Oliver and Mary scouted the area for a suitable business to buy.
Ο Όλιβερ και η Μέρι έκαναν έρευνα (or: έκαναν αναζήτηση) στην περιοχή για να δουν εάν υπάρχει κάποια κατάλληλη επιχείρηση που μπορούν να αγοράσουν.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
scout n(observer, spy)κατάσκοπος ουσ αρσ/θηλ
ανιχνευτής, ανιχνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
The company uses scouts to keep an eye on the competition.
scout n(sports, arts: talent scout)κυνηγός ταλέντων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
(ζαργκόν, καθομιλουμένη: αθλητικά)σκάουτερ ουσ αρσ άκλ
The members of the team were nervous as they'd heard there was a scout watching the match.
scout nmainly Oxford University (college servant)οικονόμος ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία στα ελληνικά δεδομένα.
Larry was pleased to see the scout had cleaned the bathroom.
scout,
Scout
n as adj
(relating to youth group)προσκοπικός επίθ
των προσκόπων περίφρ
A scout leader has to be a responsible adult.
scout vi(seek)αναζητώ, ψάχνω ρ μ
The HR team is scouting for bright graduates to join the company.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
guide | scout
ΑγγλικάΕλληνικά
Brownie,
Brownie Guide
n
UK (young Girl Guide, Girl Scout) (μεταφορικά: πρόσκοπος ηλικίας 7-11 ετών)Πουλί ουσ ουδ
πρόσκοπος ουσ θηλ
(σπάνιο)προσκοπίνα ουσ θηλ
Σχόλιο: Γράφεται με κεφαλαίο «Π».
You wouldn't believe it but my sister was once a Brownie.
Δεν θα το πιστέψεις, αλλά η αδερφή μου ήταν προσκοπίνα κάποτε.
field guide (illustrated book)οδηγός πεδίου φρ ως ουσ αρσ
οδηγός χλωρίδας και πανίδας φρ ως ουσ αρσ
Girl Scout (US),
Girl Guide (UK)
n
(member of girls' youth group)προσκοπίνα ουσ θηλ
I was a Girl Scout when I was young.
guide dog,
also US: seeing-eye dog
n
(blind person's assistance dog)σκύλος-οδηγός φρ ως ουσ αρσ
σκύλος οδηγός τυφλών, σκύλος-οδηγός τυφλών φρ ως ουσ αρσ
Labradors have traditionally been used as guide dogs.
guide rail n(track: guides movement)ράγα ουσ θηλ
guide word n(term at top of a dictionary page) (σε λεξικό)λέξη-οδηγός φρ ως ουσ θηλ
guidebook,
guide book,
guide-book
n
(book of tourist information)ταξιδιωτικός οδηγός φρ ως ουσ αρσ
Michelin and Lonely Planet are two famous companies that publish guidebooks for travelers.
The guidebook recommended taking a boat to Kew Gardens.
idiot's guide ninformal (instructional text for beginners) (με οδηγίες)βιβλίο για αρχάριους περίφρ
οδηγός για αρχάριους περίφρ
'Blank' for Dummies, is a poplular series of idiot guides for any topic you could ever want to know.
spirit guide n(type of mystical guardian)πνευματικός οδηγός φρ ως ουσ αρσ/θηλ
study guide n(subject notes or summary used for revision)οδηγός μελέτης φρ ως ουσ αρσ
The teacher recommended her students buy the study guide for 'Othello'.
survival guide n(instructional on how to preserve life)οδηγός επιβίωσης φρ ως ουσ αρσ
tour guide n([sb] who shows tourists around)ξεναγός ουσ αρσ/θηλ
The tour guide took the visitors to see many local attractions.
Ο ξεναγός πήγε τους επισκέπτες να δουν πολλά τοπικά αξιοθέατα.
tourist guide n(person who leads tourists)ξεναγός ουσ αρσ/θηλ
A tourist guide showed us around the city.
tourist guide n(book for travelers)τουριστικός οδηγός επίθ + ουσ αρσ
I bought a tourist guide to Sardinia.
travel guide n(person: tour leader)ξεναγός ουσ αρσ
If the travel guide does a good job, we'll give her a nice tip.
travel guide n(guidebook)ταξιδιωτικός οδηγός ουσ αρσ
This travel guide was published in 2008! Most of its restaurant recommendations are out of date.
waveguide n(tube that guides microwaves)κυματοδηγός ουσ αρσ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση guide rope στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «guide rope».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.