VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/half cent

⇱ half cent - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

half cent


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο half παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: cent
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'half cent' παραπέμπει στον όρο ''half cent''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'half cent' is cross-referenced with ''half cent''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: half, half past, hf

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
half n(50 percent)μισό ουσ ουδ
(λόγιος)ήμισυ ουσ ουδ
Half of eight is four.
Το μισό του οχτώ είναι τέσσερα.
half,
a half,
one half
n
(fraction: 50 per cent)μισό ουσ ουδ
(λόγιος)ήμισυ ουσ ουδ
Σχόλιο: "a half" is used generally; "one half" is used to emphasize the precise amount
All of these groups combined add up to half.
Όλες αυτές οι ομάδες μαζί αποτελούν το μισό.
half,
plural: halves
n
(one of two parts)μισό ουσ ουδ
Which half of the apple do you want?
Ποιο μισό του μήλου θέλεις;
half,
plural: halves
n
(sports: division of play) (αθλητικά)ημίχρονο ουσ ουδ
At the end of the first half, the score is even.
Στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου, οι δυο ομάδες είναι ισόπαλες.
half of [sth/sb] adj + prep(50 per cent)μισός επίθ
μισό ουσ ουδ
(λόγιος)ήμισυ ουσ ουδ
Half of the people agree with me.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι μισοί συμμαθητές μου παίζουν ποδόσφαιρο και οι άλλοι μισοί μπάσκετ.
half [sth/sb] adj(about 50 per cent)μισός επίθ
μισό ουσ ουδ
(λόγιος)ήμισυ ουσ ουδ
Half the audience applauded, the other half booed.
Το μισό κοινό χειροκρότησε, ενώ το άλλο μισό αποδοκίμασε.
Το μισό του κοινού χειροκρότησε, ενώ το άλλο μισό αποδοκίμασε.
Το ήμισυ του κοινού χειροκρότησε, ενώ το άλλο ήμισυ αποδοκίμασε.
half adv(50 per cent)μισο- α' συνθετικό
(ποσότητα περιεχομένου)μέχρι τη μέση, μέχρι τα μισά φρ ως επίρ
(λόγιος: ποσότητα)κατά το ήμισυ φρ ως επίρ
The glass was half full.
Το ποτήρι ήταν μισογεμάτο.
Το ποτήρι ήταν γεμάτο μέχρι τη μέση.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Βγήκε μισόγυμνη από το μπάνιο για να σηκώσει το τηλέφωνο.
half,
half-
adv
figurative (partly)μισο- α' συνθετικό
σχεδόν επίρ
(επίσημο)μερικώς επίρ
I am half-ready to go.
Είμαι μισοέτοιμος να φύγουμε.
half- prefix(relation through one parent)ετεροθαλής επίθ
For example: half-brother
Για παράδειγμα: ετεροθαλής αδερφός.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
half adjfigurative (incomplete)ψευτο- πρόθημα
ψεύτικος επίθ
(μεταφορικά)μισός επίθ
She gave him a half smile after he told the stupid joke.
a half of [sth],
half a [sth]
n
UK, informal (beer, cider: half a pint)μισή πίντα επίθ + ουσ θηλ
Landlord, I'll have a half of lager, please.
half nUK (children's ticket)μισό εισιτήριο επίθ + ουσ ουδ
παιδικό εισιτήριο επίθ + ουσ ουδ
μισό επίθ ως ουσ ουδ
One and a half to Waterloo, please, driver.
half n(soccer, etc.: position)χαφ ουσ αρσ/θηλ άκλ
I prefer to play centre half, but my brother likes to be in goal.
a half nUK, informal (half a pint of: beer, cider, etc.)μισή πίντα περίφρ
As I could only stay at the pub for fifteen minutes, I ordered a half.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
half past,
half
prep
(thirty minutes after (the hour))και μισή έκφρ
-μισι, -ημισι επίθημα
School usually finishes at half past three, but today we finished at half two!
Κανονικά σχολάμε στις τρεις και μισή, αλλά σήμερα σχολάσαμε στις δύο και μισή!
Κανονικά σχολάμε στις τρεισήμισι, αλλά σήμερα σχολάσαμε στις δυόμισι!
half past adjinformal (thirty minutes after (the hour)) (καθομιλουμένη)και μισή φρ ως ουσ θηλ πλ
I finish work at 5, so I'll drop by to pick you up at about half past.
Σχολάω από τη δουλειά στις 5, οπότε θα περάσω να σε πάρω κατά τις και μισή.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hf nabbreviation (half)μισό ουσ ουδ
(επίσημο)ήμισυ ουσ ουδ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
half | |
ΑγγλικάΕλληνικά
at half-mast,
also US: at half-staff
adv
(flag: flying low)μεσίστια επίρ
μεσίστιος επίθ
below half n(under 50 percent)κάτω από τους μισούς, λιγότεροι από τους μισούς περίφρ
below half adj(under 50 percent of)κάτω από τους μισούς, λιγότεροι από τους μισούς περίφρ
bent in half adj(person: doubled over) (μεταφορικά)είμαι διπλωμένος στα δύο έκφρ
When she came in, she was bent in half because of the pain.
Όταν μπήκε μέσα ήταν διπλωμένη στα δύο από τον πόνο.
bent in half adj(thing: folded in two) (κυριολεκτικά)είμαι διπλωμένος στα δύο ρ έκφρ
After a freak spring snowstorm, the daffodils were bent in half under the weight of the snow.
better half nfigurative, informal (partner or spouse) (καθαρεύουσα, καθομ, μτφ)το έτερον ήμισυ φρ ως ουσ ουδ
(καθομ, μεταφορικά)το άλλο μου μισό φρ ως ουσ ουδ
I'll have to ask my better half if we are free that weekend.
by half adv(by 50 per cent)κατά πενήντα τοις εκατό φρ ως επίρ
(μαθηματικά)διά δύο φρ ως επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
Since I retired my income is down by half.
too ... by half adjUK, slang, figurative (extremely)υπερβολικά επίρ
(με ρήμα όπου ταιριάζει)παρα- α' συνθετικό
Your problem is, you're too clever by half!
Το πρόβλημά σου είναι ότι είσαι υπερβολικά έξυπνος!
Το πρόβλημά σου είναι ότι παραείσαι έξυπνος!
center half,
center-half (US),
centre half,
centre-half,
centre back (UK)
n
(soccer position) (ποδόσφαιρο)η θέση του σέντερ χαφ περίφρ
center half,
center-half (US),
centre half,
centre-half,
centre back (UK)
n
(soccer player) (ποδόσφαιρο)σέντερ χαφ φρ ως ουσ αρσ/θηλ
fly-half n(rugby position) (θέση στο ράγκμπι)φλάι χαφ ουσ θηλ άκλ
fly-half n(rugby player) (παίκτης)φλάι χαφ ουσ αρσ άκλ
fold in half v expr(bend over on itself)διπλώνω στα δύο, διπλώνω στη μέση περίφρ
The table folds in half to make it more portable.
fold [sth] in half v expr(fold in two)διπλώνω κτ στα δύο, διπλώνω κτ στη μέση περίφρ
Fold the paper in half so that nobody can see what you've written.
given half a chance,
given half the chance
expr
figurative, informal (if allowed, able)αν είχα και την παραμικρή ευκαιρία, αν μου δινόταν και η παραμικρή ευκαιρία έκφρ
I would take that job, given half a chance.
half a cup nUS (cookery: measure of volume)μισό φλυτζάνι επίθ + ουσ ουδ
μισή κούπα επίθ + ουσ θηλ
half a dozen,
a half dozen
n
(six)έξι επίθ
εξάδα ουσ θηλ
(σπάνιο)μισή ντουζίνα επίθ + ουσ θηλ
The price for half a dozen buns is three dollars; it is five dollars for a dozen.
half-a-dozen,
a half-dozen
adj
(six of [sth])έξι επίθ
εξάδα ουσ θηλ
(σπάνιο)μισή ντουζίνα επίθ + ουσ θηλ
I bought a half-dozen eggs and a loaf of bread.
half a liter (US),
half a litre (UK)
n
(metric fluid measure)μισό λίτρο επίθ + ουσ ουδ
(καθομιλουμένη)μισόλιτρο ουσ ουδ
half a loaf is better than none exprfigurative (something is better than nothing)από το τίποτα... έκφρ
από το ολότελα καλή και η Παναγιώταινα έκφρ
half a second nfigurative (a very brief time)μισό δευτερόλεπτο επίθ + ουσ ουδ
μια στιγμή περίφρ
(μεταφορικά)κλάσμα δευτερολέπτου φρ ως ουσ ουδ
Hold on, I'll be with you in half a second!
half an hour n(30 minutes)μισή ώρα επίθ + ουσ θηλ
ένα μισάωρο άρθ αόρ + ουσ ουδ
It only takes me half an hour to get ready in the morning.
half as large as expr(half the size of)ο μισός από κτ περίφρ
που έχει το μισό μέγεθος από κτ περίφρ
The skull of this primitive human ancestor was nearly half as large as that of modern humans.
Το κρανίο αυτού του προγόνου του ανθρώπου ήταν σχεδόν το μισό από αυτό του σύγχρονου ανθρώπου.
Το κρανίο αυτού του προγόνου του ανθρώπου είχε σχεδόν το μισό μέγεθος από αυτό του σύγχρονου ανθρώπου.
half as much n(50 percent of)ο μισός περίφρ
I'll have half as much of the pie as he has.
Θα φάω τη μισή πίτα από εκείνον.
half as much expr(50 percent less) (κόστος)τα μισά περίφρ
The coat cost half as much on sale.
half-asleep adj(dopey, not alert)μισοκοιμισμένος μτχ πρκ
(μεταφορικά)κοιμάμαι ακόμα ρ αμ + επίρ
I was half-asleep when you called this morning so I don't remember what you said.
Davina made breakfast for the still half-asleep teenagers.
half bath nUS (washroom: no bath or shower) (χώρος)τουαλέτα ουσ ουδ
(καθομιλουμένη, ανεπίσημο)βεσέ ουσ ουδ άκλ
half blind,
half-blind
adj
(partially sighted)ημίτυφλος, μισότυφλος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
half blood,
half-blood
n
(sibling with one parent in common)ετεροθαλής αδερφός, ετεροθαλής αδερφή επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
(λόγιος)ημίαιμος επίθ
half blood,
half-blood
n
pejorative, offensive! (person of mixed race) (προσβλητικό, μεταφορικά)μπάσταρδος επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Σε όλα τα γένη.
half blood,
half-blood
n
(animal of mixed breed) (για ζώα)ημίαιμο επίθ ως ουσ ουδ
(μειωτικό)μπάσταρδιο επίθ ως ουσ ουδ
That beautiful dog is a half blood.
half board,
half-board
n
mainly UK (lodging arrangement)ημιδιατροφή ουσ θηλ
We prefer half board to full board because it's less restrictive.
half brother (mainly US),
half-brother (mainly UK)
n
(male sibling by one parent)ετεροθαλής αδελφός επίθ + ουσ αρσ
My half-brother and I have different fathers.
half day,
half-day
n
(half the day)με μειωμένο ωράριο περίφρ
μερική απασχόληση περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Janice is only working half days at the moment.
half-day n as adj(lasting half the day)ημιαργία ουσ θηλ
Jim decided to take a half-day holiday to go fishing in the afternoon.
half-day n(day when only half is worked)ημιαργία ουσ θηλ
When I was a child, Wednesdays were half-days for the post office and a lot of the shops.
half dead,
half-dead
adj
figurative (exhausted) (μεταφορικά)μισοπεθαμένος μτχ πρκ
εξουθενωμένος, εξαντλημένος μτχ πρκ
David continued the climb, although he was half dead from the effort; he had to make it to the top.
half dollar nUS, Can (50-cent coin)μισό δολάριο επίθ + ουσ ουδ
It is rare to come across a half-dollar coin anymore.
half hour,
half an hour
n
(30 minutes)μισάωρο ουσ ουδ
μισή ώρα επίθ + ουσ θηλ
I ran for a good half hour.
It only takes me half an hour to get ready in the morning.
half measure,
half-measure
n
disapproving, often plural (incomplete attempt)ημίμετρο ουσ ουδ
Teaching people how to cook healthy meals is only a half-measure if they cannot afford the ingredients.
It is not a time for half measures: we need radical change now.
half mile n(half a mile, 0.5 of a mile)μισό μίλι επίθ + ουσ ουδ
When I ran track in high school my favorite event was the half mile.
half note (US),
minim (UK)
n
(music: half a whole note) (νότα)μισό ουσ ουδ
Four eighth notes are as long as one half note.
half open,
half-open
adj
(door, container: not fully closed)μισάνοιχτος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
half pint n(liquid: 0.2 litres) (κατά προσέγγιση)ένα τέταρτο φρ ως ουσ αρσ
(κατά λέξη, σπάνιο)μισή πίντα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes the noun
Σχόλιο: Η ακριβής ποσότητα είναι λίγο λιγότερο από 250 ml.
That glass is a half pint; can you find me a pint?
half pint n(beer: smaller serving)μικρό ποτήρι επίθ + ουσ ουδ
(κατά λέξη, σπάνιο)μισή πίντα επίθ + ουσ θηλ
Brian went into the pub and ordered a half pint of beer.
half-pint n as adj(glass, serving: half a pint) (κατά προσέγγιση)του τετάρτου, των 250 ml περίφρ
(κατά λέξη, σπάνιο)της μισής πίντας περίφρ
Σχόλιο: Η ακριβής ποσότητα είναι λίγο λιγότερο από 250 ml.
He poured the cola into a half-pint glass.
half pint nfigurative, slang (short person) (μεταφορικά, καθομ)μισή μερίδα έκφρ
(μτφ, καθομ, μειωτικό)μισοριξιά ουσ θηλ
What is a half pint like you doing trying to fight someone twice your size?
half price,
half-price
n
(cost: 50% reduction)μισή τιμή επίθ + ουσ θηλ
The shop is selling lots of clothes at half price in the sale.
half shell n(half of an oyster shell)όστρακο ουσ ουδ
(κατά λέξη)μισό όστρακο επίθ + ουσ ουδ
In Botticelli's famous painting, Venus is depicted rising from the sea on a half-shell.
half sister (mainly US),
half-sister (mainly UK)
n
(female sibling by one parent)ετεροθαλής αδερφή επίθ + ουσ θηλ
My half-sister's 15 years younger than me.
half term n(school, etc.: mid-trimester break)σχολικές διακοπές στη μέση κάθε τριμήνου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί να αποδοθεί πιο γενικά ως «διακοπές».
We're planning to spend a few days in Wales during half term.
half-term n as adj(relating to mid-trimester break)που αναφέρεται στις σχολικές διακοπές στη μέση κάθε τριμήνου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.Μπορεί να αποδοθεί πιο γενικά ως «των διακοπών».
half-and-half nUS (cream)κρέμα γάλακτος και γάλα σε ίση ποσότητα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
half-and-half n(equal parts of two things)μισό μισό έκφρ
μισό... μισό περίφρ
You want a mixture of half-and-half milk and cream.
Χρειάζεσαι ένα μείγμα μισό κρέμα γάλακτος και μισό γάλα.
half-assed (US),
half-arsed (UK)
adj
slang (incomplete or unenthusiastic) (κάτι λείπει)μισοτελειωμένος επίθ
(κακή ποιότητα)πρόχειρος επίθ
προχειροδουλειά ουσ θηλ
half-baked adjfigurative (badly thought out)κακοσχεδιασμένος μτχ πρκ
προχειροδουλειά ουσ θηλ
half-blooded,
half-blood
adj
(sibling: with one parent in common)ετεροθαλής επίθ
half-blooded,
half-blood
adj
(animal: of mixed breed)ημίαιμος επίθ
half-breed npejorative, offensive! (child of mixed-race parents) (μειωτικό)μπάσταρδος επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Refers especially to the child of a Native American and a white person
half-caste ndated, offensive! (person of mixed race) (παλαιό, μειωτικό)μπάσταρδος επίθ ως ουσ
Σχόλιο: Σε όλα τα γένη.
half-caste adjdated, offensive! (of mixed race) (παλαιό, μειωτικό)μπασταρδεμένος μτχ πρκ
half-century n(fifty years)μισός αιώνας περίφρ
(επίσημο)ήμισυς αιώνας περίφρ
50 χρόνια περίφρ
half-century n(group of fifty)πενήντα αριθμ
πενηντάδα ουσ θηλ
half-century n(sports: score) (σκορ)πενήντα αριθμ
half-century adj(relating to fifty years)πεντηκοστός επίθ
των πενήντα χρόνων περίφρ
We are approaching the half-century point since the end of the war.
half-circle n(semicircle, crescent shape)ημικύκλιο ουσ ουδ
The teacher arranged the chairs in a half circle to better address all of the students directly.
half-circle n(half of a circle)ημικύκλιο ουσ ουδ
half-circle n(half of circumference)ημιπερίμετρος, ημιπεριφέρεια ουσ θηλ
half-circle n(thing: with half-circle shape) (πράγμα με αυτό το σχήμα)ημικύκλιο ουσ ουδ
half-closed adj(partly closed)μισόκλειστος επίθ
half-cocked adj(gun: partly cocked)ημιαφοπλισμένος μτχ πρκ
half-cocked adjfigurative (not fully thought through)πρόχειρος επίθ
βιαστικός επίθ
half-crown,
half-a-crown
n
historical (former British coin)μισή κορώνα επίθ + ουσ θηλ
half-cut adjUK, slang (drunk)μεθυσμένος μτχ πρκ
(καθομιλουμένη)πιωμένος μτχ πρκ
(ανεπίσημο)ντίρλα, σκνίπα ουσ ως επίθ
(ανεπίσημο)λιώμα ουσ ως επίθ
You can't drive! You're half-cut.
half-dozen n(six)εξάδα ουσ θηλ
μισή ντουζίνα, μισή δωδεκάδα περίφρ
half-dozen adj(six)έξι επίθ
μισή ντουζίνα, μισή δωδεκάδα περίφρ
half-dressed adj(not fully clothed)μισοντυμένος επίθ
half-empty adj(half of contents remaining)μισοάδειος επίθ
half-filled,
half filled
adj
(container)μισογεμάτος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
half-forgotten adj(not fully recalled)μισοξεχασμένος επίθ
half-full adj(holding half of available space)μισογεμάτος επίθ
half-hour n as adj(lasting 30 minutes)μισάωρος επίθ
μισής ώρας φρ ως επίθ
I go for a half-hour run every morning.
a half-inch,
half an inch
n
(measurement: half of one inch)μισή ίντσα επίθ + ουσ θηλ
a half-inch adj(half an inch in length)μισής ίντσας περίφρ
half-length,
half length
adj
(portrait: waist up)που απεικονίζει το άτομο μέχρι τη μέση περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
half-length,
half length
adj
(boots, trousers: to mid thigh)μεσαίου μήκους επίθ+ουσ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται στη γενική και συνοδεύει ουσιαστικά: μπότες μεσαίου μήκους, φούστα μεσαίου μήκους
half-life,
half life
n
(radioactivity decrease)χρόνος ημιζωής φρ ως ουσ αρσ
ημιζωή ουσ θηλ
χρόνος ημίσειας ζωής φρ ως ουσ αρσ
The half-life of uranium-238 is about 4.47 billion years.
half-light n(low light, esp. twilight)ημίφως ουσ ουδ
αμυδρό φως επίθ + ουσ ουδ
half-marathon n(running: 13-mile footrace)ημιμαραθώνιος ουσ αρσ
He won the marathon in 2 hours 15 minutes, but I took longer than that for a half-marathon.
half-mast,
also US: half-staff
n
(flag position: low)μεσίστιος επίθ
half-moon adj(shape of half-circle)μισοφέγγαρο ουσ ουδ
(επίσημο)ημισέληνος ουσ θηλ
half-naked adj(not fully clothed)ημίγυμνος επίθ
μισόγυμνος επίθ
half-pay adj(half of normal salary)μισός μισθός επίθ + ουσ αρσ
μισό μεροκάματο επίθ + ουσ ουδ
half-pipe,
half pipe,
halfpipe
n
(ramp for skate-boarding, skiing)κεκλιμένη ράμπα επίθ + ουσ θηλ
ράμπα ουσ θηλ
Σχόλιο: Ο ελληνικός όρος είναι πιο γενικός.
A group of skateboarders was using the half-pipe.
half-price n as adj(50% reduction)στη μισή τιμή έκφρ
που πωλείται μισοτιμής περίφρ
Alice always looks out for half-price items in the supermarket.
half-price adv(at a 50% reduction)μισοτιμής επίρ
στη μισή τιμή έκφρ
I bought this dress half-price in the sale.
half-serious adj(not entirely joking) (άτομο)σχεδόν σοβαρός φρ ως επίθ
μισοαστειευόμενος μτχ πρκ
(λόγια)μεταξύ σοβαρού και αστείου έκφρ
half-size n as adj(half-sized: half as big as usual)μισού μεγέθους φρ ως επίθ
μισός επίθ
half-size n as adj(miniature)μικροσκοπικός επίθ
half-slip,
half slip
n
(woman's undergarment)μεσοφόρι ουσ ουδ
μεσοφόρι φούστα φρ ως ουσ ουδ
Επόμενα 100Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση half cent στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «half cent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.