VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/harrowed

⇱ harrowed - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: harrowed, harrow

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
harrowed adj(face: looking distressed)ταλαιπωρημένος επίθ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
harrow n(agriculture: raking tool)σβάρνα ουσ θηλ
The farmer still uses an old-fashioned harrow to plant his crops.
harrow [sb] vtrrare, literary, usually passive (disturb, distress)καταρρακώνω ρ μ
(μεταφορικά)συντρίβω ρ μ
The death of Michelle's husband had harrowed and aged her.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
harrow |
ΑγγλικάΕλληνικά
brake,
brake harrow
n
(tool to break up dirt)σβάρνα ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση harrowed στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "harrowed" στο Greek φόρουμ.

harrowed to the bone - English Only forum
It harrowed him to hear the din of the loud banquet - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «harrowed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.