VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/incensed

⇱ incensed - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


incensed

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsɛnst/

From the verb incense: (⇒ conjugate)
incensed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: incensed, incense

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incensed adj(angry)εξαγριωμένος, θυμωμένος επίθ
Jeff was incensed after his boss insulted him.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incense [sb] vtr(enrage) (θυμώνω)εξαγριώνω, εξοργίζω ρ μ
κάνω πυρ και μανία, κάνω έξω φρενών έκφρ
Yesterday's terrorist bombing has incensed the whole nation.
Η χθεσινή βομβιστική επίθεση των τρομοκρατών εξαγρίωσε (or: εξόργισε) όλο το έθνος.
incense n(substance burned for scent)θυμίαμα, λιβάνι ουσ ουδ
The house smells like they burn incense day and night.
Το σπίτι μυρίζει σαν να καίνε λιβάνι (or: θυμίαμα) μέρα-νύχτα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incense [sth] vtr(church, etc.: perfume with incense)λιβανίζω, θυμιατίζω ρ μ
The priest incenses the altar at the start of Mass.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
incense |
ΑγγλικάΕλληνικά
incense burner n(container in which fragrance is burned)λιβανιστήρι, θυμιατό ουσ ουδ
The altar boy carried the incense burner down the aisle of the church.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση incensed στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "incensed" στο Greek φόρουμ.

incensed at vs incensed by - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «incensed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.