VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/ingrain

⇱ ingrain - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


ingrain

Listen:
US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. in grān; adj., n. ingrān′)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ingrain [sth] in [sb],
engrain [sth] in [sb]
vtr + prep
figurative (instil, implant) (μεταφορικά)ενσταλάζω, εμφυτεύω ρ μ
(μεταφορικά)εμβολιάζω, εμποτίζω ρ μ
My mother has ingrained good manners in me since childhood.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ingrain adj(made of dyed yarn) (ύφασμα)βαμμένος πριν από την κλώση περίφρ
(ύφασμα ή αντικείμενο)μουλτικολόρ επίθ άκλ
Many carpets are made from ingrain fabric.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ingrain στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "ingrain" στο Greek φόρουμ.

'Ingrain' vs 'Instill' - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «ingrain».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.