VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/layperson

⇱ layperson - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


layperson

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈleɪpɜːrsən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(lāpûr′sən)

Inflections of 'layperson' (n):
laypeople
npl
laypersons
npl
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
layperson nfigurative ([sb] uninitiated, non-expert)μη ειδήμων, μη ειδικός περίφρ
(μεταφορικά)ερασιτέχνης επίθ
απλός άνθρωπος επίθ + ουσ αρσ
(συλλογικά)απλός λαός επίθ + ουσ αρσ
Try explaining it to me as if I were a layperson.
layperson n([sb] who is not a church minister) (εκκλησία)λαϊκός, κοσμικός επίθ
The church encourages the laypeople to participate in the process as well.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'layperson' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση layperson στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "layperson" στο Greek φόρουμ.

Layperson - English Only forum
mind-boggling in a layperson sort of way and down to fractions - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «layperson».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.