VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/manslaughter

⇱ manslaughter - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


manslaughter

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈmænslɔːtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈmænˌslɔtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(manslô′tər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
manslaughter n(law: unintended killing) (νομικό)ανθρωποκτονία εξ αμελείας φρ ως ουσ θηλ
She was convicted of manslaughter and sentenced to 10 years.
Θεωρήθηκε ένοχη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: [second, third] -degree manslaughter, charged with manslaughter, arrested for manslaughter, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση manslaughter στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "manslaughter" στο Greek φόρουμ.

had up for manslaughter - English Only forum
have manslaughter - English Only forum
Kenya manslaughter - English Only forum
the man would have manslaughter <down> by now - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «manslaughter».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.