VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/parachuting

⇱ parachuting - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


parachuting

Listen:
UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpærəʃuːtɪŋ/

From the verb parachute: (⇒ conjugate)
parachuting is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: parachuting, parachute

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parachuting n(descent using parachute)πτώση με αλεξίπτωτο ουσ θηλ
When windsurfing became boring, the adventure seeker tried parachuting.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
parachute n(fabric safety apparatus)αλεξίπτωτο ουσ ουδ
For a horrible moment, I thought my parachute wasn't going to work.
Για μια τρομακτική στιγμή νόμισα ότι το αλεξίπτωτό μου δε θα άνοιγε.
parachute vi(land by parachute)πέφτω με αλεξίπτωτο περίφρ
Rescuers parachuted to the site to help the trapped victims.
Οι διασώστες έπεσαν με αλεξίπτωτο στην περιοχή για να βοηθήσουν τα παγιδευμένα θύματα.
parachute [sth] to [sb] vtr + prep(drop by parachute) (κάτι σε κάποιον)ρίχνω με αλεξίπτωτο περίφρ
ρίχνομαι με αλεξίπτωτο περίφρ
Supplies were parachuted to the climbers last night.
Προμήθειες ρίχτηκαν με αλεξίπτωτο στους αναρριχητές χτες τη νύχτα.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
parachute in vi phrasal(arrive by parachute)πέφτω με αλεξίπτωτο, φτάνω με αλεξίπτωτο έκφρ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
parachute |
ΑγγλικάΕλληνικά
chute ninformal, abbreviation (parachute)αλεξίπτωτο ουσ ουδ
His main chute didn't open – luckily the backup one worked.
Το κύριο αλεξίπτωτό του δεν άνοιξε. Ευτυχώς το εφεδρικό ήταν εντάξει.
drogue,
drogue parachute,
drag parachute
n
(aeronautics: small parachute) (αεροναυτική)αλεξίπτωτο σταθεροποίησης φρ ως ουσ ουδ
αλεξίπτωτο ευστάθειας φρ ως ουσ ουδ
drogue,
drogue parachute,
drag parachute
n
(parachute used to slow a plane)αλεξίπτωτο επιβράδυνσης φρ ως ουσ ουδ
drogue parachute n(parachute: deploys larger one)βοηθητικό αλεξίπτωτο επίθ + ουσ ουδ
golden parachute nfigurative (retirement package) (πολύ μεγάλη)αποζημίωση ουσ θηλ
(μεταφορικά: συνήθως σε εισαγωγικά)χρυσό αλεξίπτωτο επίθ + ουσ ουδ
The company's Chief Financial Officer is entitled to a golden parachute of $15.5 million.
parachute [sth/sb] in vtr + adv(send by parachute)στέλνω με αλεξίπτωτο έκφρ
parachute jump n(leaping from aircraft with a parachute)πτώση με αλεξίπτωτο φρ ως ουσ θηλ
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'parachuting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση parachuting στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "parachuting" στο Greek φόρουμ.

at parachuting - English Only forum
Have you ever GONE/BEEN parachuting? - English Only forum
Parachuting - English Only forum
parachuting in police - English Only forum
put myself up for parachuting - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «parachuting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.