|
|
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | perfect tense n | (grammar: have done, etc.) (γραμματική) | συντελεσμένος χρόνος ουσ αρσ | | In English, perfect tenses are formed with the auxiliary "have" and a past participle. | | Στα Αγγλικά, οι συντελεσμένοι χρόνοι σχηματίζονται με το βοηθητικό ρήμα «έχω» και την παθητική μετοχή. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος 'perfect tense' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|