VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/profiling

⇱ profiling - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


profiling

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈprəʊfaɪlɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(prōfī ling)

From the verb profile: (⇒ conjugate)
profiling is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: profiling, profile

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profiling n(psychological analysis of suspects)σκιαγράφηση εγκληματολογικού προφίλ φρ ως ουσ θηλ
μελέτη ψυχολογικού προφίλ φρ ως ουσ θηλ
Profiling is an important tool in criminal investigations.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profile n(side view of face)προφίλ ουσ ουδ άκλ
Hannah thought Josh's profile was more interesting than the full view of his face.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κάθε ηθοποιός ξέρει ποιο είναι το καλό της προφίλ.
profile n(information about [sb])προφίλ ουσ ουδ άκλ
The police have drawn up a profile of the killer with the help of a psychologist.
The author's profile says that she has three children and lives in the countryside.
Η αστυνομία έφτιαξε ένα προφίλ του δολοφόνου με τη βοήθεια ψυχολόγου. // Το προφίλ της συγγραφέως λέει ότι έχει τρία παιδιά και ζει στην εξοχή.
profile [sb] vtr(collect information about) (μεταφορικά)σκιαγραφώ το προφίλ κάποιου έκφρ
δημιουργώ το προφίλ κάποιου έκφρ
(κατάταξη σε κατηγορία)αναγνωρίζω το προφίλ κάποιου έκφρ
The police are profiling the killer.
Η αστυνομία σκιαγραφεί το προφίλ του δολοφόνου.
profile [sth/sb] vtr(describe) (μεταφορικά)σκιαγραφώ το προφίλ κάποιου έκφρ
παρουσιάζω, περιγράφω ρ μ
The book profiles several stars of Hollywood's golden age.
Το βιβλίο παρουσιάζει αρκετούς αστέρες της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ.
profile [sth] vtr(give information about: a country) (τα στοιχεία, τα χαρακτηριστικά)καταγράφω, περιγράφω ρ μ
(το λαό, τους ανθρώπους)φτιάχνω το προφίλ περίφρ
Researchers have profiled population trends in this country over the last two hundred years.
Οι ερευνητές έχουν καταγράψει τις δημογραφικές τάσεις σε αυτήν τη χώρα κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profile n(cross-section)προφίλ ουσ ουδ άκλ
διατομή ουσ θηλ
κατατομή ουσ θηλ
This diagram shows a profile of the machine.
profile n(side view of [sth])προφίλ ουσ ουδ άκλ
πλάγια όψη, πλευρική όψη επίθ + ουσ θηλ
Agatha looked up at the building's profile.
profile n(information about a country)προφίλ ουσ ουδ άκλ
χαρακτηριστικά ουσ ουδ πλ
This population profile is very well researched.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
profiling | profile
ΑγγλικάΕλληνικά
DNA testing,
DNA profiling
n
(genetic profiling) (γενετικό προφίλ)τεστ DNA φρ ως ουσ ουδ
εξέταση γενετικού υλικού περίφρ
εξέταση γονιδιακού ελέγχου περίφρ
εξέταση γονιδιακής ταυτοποίησης περίφρ
She used DNA testing to trace her genealogy.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'profiling' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση profiling στον τίτλο:

Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "profiling" στο Greek φόρουμ.

answer to racial profiling - English Only forum
Gene expression profiling - English Only forum
psychologically profiling public figures - English Only forum
the blame-the-parents school of psych. profiling - English Only forum
who developed techniques for ... DNA profiling - English Only forum
  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «profiling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.