|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο puzzle παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: box
-
WordReference
-
Definition
-
Synonyms
-
English Collocations
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | puzzle n | (jigsaw puzzle) | παζλ ουσ ουδ άκλ | | Tim has lost some of the pieces of his puzzle and can't complete the picture. | | Ο Τιμ έχει χάσει κάποια κομμάτια από το παζλ του και δεν μπορεί να τελειώσει την εικόνα. | | puzzle n | (mental game) | γρίφος ουσ αρσ | | παζλ ουσ ουδ άκλ | | Daisy enjoys doing puzzles; it keeps her mind active. | | Η Νταίζη απολαμβάνει να φτιάχνει παζλ. Κρατούν το μυαλό της σε εγρήγορση. | | puzzle n | (mental question) (μεταφορικά) | αίνιγμα, μυστήριο ουσ ουδ | | (μεταφορικά) | γρίφος ουσ αρσ | | I really don't know where your keys could be; it certainly is a puzzle. | | Πραγματικά δεν ξέρω που μπορεί να βρίσκονται τα κλειδιά σου. Είναι σίγουρα ένα μυστήριο. | | puzzle [sb]⇒ vtr | (confuse) | προβληματίζω, συγχύζω ρ μ | | (καθομιλουμένη) | μπερδεύω ρ μ | | The strange sounds in the night puzzled Archie; he wondered what they could be. | | Οι περίεργοι ήχοι τη νύχτα προβλημάτισαν τον Άρτσι. Αναρωτιόταν τι θα μπορούσαν να είναι. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Επιπλέον μεταφράσεις | | Αγγλικά | Ελληνικά | | puzzle n | (person: complicated) (μεταφορικά) | αίνιγμα, μυστήριο ουσ ουδ | | (μεταφορικά) | γρίφος ουσ αρσ | | Malcolm behaves very strangely and he's secretive, so you have no idea why; he's a real puzzle. | | puzzle over vi + prep | (think about) (μεταφορικά, ανεπίσημο) | σπάω το κεφάλι μου για κτ έκφρ | | προβληματίζομαι ρ μ | | σκέφτομαι, συλλογίζομαι ρ μ | | Anita was lost in thought, puzzling over how to tell her boss she had made a huge mistake. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Phrasal verbs | | Αγγλικά | Ελληνικά | puzzle [sth] out, puzzle out [sth] vtr phrasal sep | (figure [sth] out) | προσπαθώ να κατανοήσω κτ, προσπαθώ να καταλάβω κτ έκφρ | | προσπαθώ να βγάλω άκρη με κτ έκφρ | | προσπαθώ να ξεκαθαρίσω κτ έκφρ | | The detective tried to puzzle out how the killer could have entered the room when the door was locked. | | puzzle over [sth] vtr phrasal insep | (be mystified by) | παραξενεύομαι με κτ, απορώ με κτ ρ αμ + πρόθ | | Since he had been away for the summer, he was puzzled over his high utility bills. | | puzzle over [sth] vtr phrasal insep | (try to solve or understand) (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | σπάω το κεφάλι μου έκφρ | | (ανεπίσημο, καθομιλουμένη) | σπαζοκεφαλιάζομαι ρ αμ | | He puzzled over the equation for weeks before finally finding the solution. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|