VOOZH about

URL: https://www.wordreference.com/engr/quality sound

⇱ quality sound - Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

quality sound


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο quality παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sound
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quality n(relative excellence)ποιότητα ουσ θηλ
This is a suit of high quality.
Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Για ένα καλό αυτοκίνητο απαιτούνται υλικά υψηλής ποιότητας.
quality n(attribute)χαρακτηριστικό ουσ ουδ
(όχι για προσωπικότητα)ιδιότητα ουσ θηλ
He has some good qualities.
Έχει κάποια καλά χαρακτηριστικά.
quality n(nature)φύση ουσ θηλ
The quality of true love is not selfish.
Η φύση της αληθινής αγάπης δεν είναι εγωιστική.
quality adj(high quality)ποιοτικός επίθ
υψηλής ποιότητας φρ ως επίθ
(πάντα σε γενική)ποιότητας ουσ θηλ
That company makes quality products.
Αυτή η εταιρεία κατασκευάζει ποιοτικά προϊόντα.
Αυτή η εταιρεία κατασκευάζει προϊόντα υψηλής ποιότητας.
Αυτή η εταιρεία κατασκευάζει προϊόντα ποιότητας.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quality ndated (high status)κύρος ουσ ουδ
υψηλή κοινωνική θέση περίφρ
They are people of quality.
Είναι άνθρωποι με κύρος.
Είναι άτομα υψηλής κοινωνικής θέσης.
quality n(music: tone texture)ποιότητα ουσ θηλ
These speakers reproduce the sound quality extremely well.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
archival quality n as adj(materials: durable)ανθεκτικός επίθ
artistic quality n(aesthetic appeal)καλλιτεχνική ποιότητα, αισθητική ποιότητα ουσ θηλ
artistic quality n(characteristic)αισθητική ποιότητα ουσ θηλ
esthetic quality (US),
aesthetic quality (UK)
n
(attractiveness)αισθητική, καλαισθησία ουσ θηλ
αισθητική ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
high quality n(excellence)υψηλή ποιότητα, εξαιρετική ποιότητα, άριστη ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
(μεταφορικά)πρώτη ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: hyphen used when the term is before a noun
The company guarantees a high quality of service.
high quality,
high-quality
adj
(excellent)υψηλής ποιότητας, εξαιρετικής ποιότητας, άριστης ποιότητας φρ ως επίθ
(μεταφορικά)πρώτης ποιότητας φρ ως επίθ
Businesses must produce high-quality goods to be competitive in international markets.
the highest quality n(finest)καλύτερη ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
κορυφαία ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
For my best friend, I'd like a gift of the highest quality.
highest-quality adj(finest)καλύτερης ποιότητας φρ ως επίθ
άριστης ποιότητας, κορυφαίας ποιότητας φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
That factory produces the highest-quality chocolate.
low quality,
low-quality
n
(inferiority)κακή ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
His work was of low quality, and customers rarely employed his services a second time.
low quality,
low-quality
adj
(inferior, poor)κακής ποιότητας φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
Low-quality electronics stop working soon after you buy them.
meet quality requirements v expr(be of established standards)καλύπτω προδιαγραφές ποιότητας ρ εκφρ
The goods were sent back to the manufacturer because they did not meet quality requirements.
poor quality n(inferior quality)κακή ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
The publisher refused to publish the book because of its poor quality.
poor-quality n as adj(of inferior quality)κακής ποιότητας περίφρ
quality assurance,
QA
n
(product evaluation, control)διασφάλιση ποιότητας φρ ως ουσ θηλ
quality control (system for maintaining quality)έλεγχος ποιότητας φρ ως ουσ αρσ
quality improvement n(process of enhancing a product)βελτίωση ποιότητας φρ ως ουσ θηλ
quality management n(ensuring and improving a product's quality)διαχείριση ποιότητας φρ ως ουσ θηλ
quality of life n(comfort and enjoyment in your existence)ποιότητα ζωής φρ ως ουσ θηλ
In his final months, the patient had very little quality of life.
quality review process n(procedure for assessing [sth])διαδικασία ελέγχου ποιότητας φρ ως ουσ θηλ
All the courses offered by the college go through a quality review process.
quality time n(dedicated period of attention)ποιοτικός χρόνος ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
Fiona makes an effort to spend quality time with each of her children individually.
tone quality n(timbre of musical note)χροιά ήχου ουσ θηλ
top-quality adj(best quality)κορυφαίας ποιότητας, ύψιστης ποιότητας, άριστης ποιότητας φρ ως επίθ
voice quality n(vocal tone or timbre)φωνητική χροιά, χροιά φωνής ουσ θηλ
Many actors and actresses are known for their musical voice quality.
Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quality sound' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quality sound στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «quality sound».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!
Γίνετε Υποστηρικτής του WordReference για να βλέπετε την ιστοσελίδα χωρίς διαφημίσεις.
Χρήστες Firefox: χρησιμοποιήστε τις συντομεύσεις αναζήτησης για ταχύτερη αναζήτηση στο WordReference.
Copyright © 2026 WordReference.com
Παρακαλούμε αναφέρετε τυχόν προβλήματα.